Η περιοχή του Σιγρίου αρκετά επικίνδυνη. Οι άνεμοι συνήθως Βόριοι με μεγαλύτερη ένταση κατά 1-2 b από την ανατολική Λέσβο.Αρκετοί ύφαλοι κοντά στη στεριά θέλουν αρκετή προσοχή. Η είσοδος στο λιμάνι του Σιγρίου γίνεται από τα Νότια. Το λιμάνι πολύ καλό μπορεί να φιλοξενήσει και πολύ μεγάλα σκάφη (50μ). Επίσης υπάρχει και ένα μικρότερο πλήρως προστατευμένο λιμανάκι για μικρά σκάφη. Πέρα από το λιμάνι, στον όρμο του Σιγρίου η αγυροβολία είναι ασφαλής σε οποιοδήποτε σχεδόν σημείο
Λεσβος, Το νησί της αρμονίας και της ομορφιάς!
|
« στις: Δευτέρα 04 Ιανουάριος 2010, 18:23:31 μμ »
| |
Λέσβος, το τρίτο σε έκταση νησί του Αιγαίου με ιστορία 3000 χρόνων. Γενέτειρα των λυρικών ποιητών Σαπφούς και Αλκαίου, του κιθαρωδού Αρίωνα, του Πιττακού του Μυτιληναίου, ενός από τους επτά σοφούς της Αρχαιότητας. Με παράδοση στις τέχνες και στα γράμματα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα και προσδίδει στο νησί αυτή την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα που το κάνει τόσο να διαφέρει από τα άλλα νησιά.



Η ερωτική προτίμηση της Σαπφούς προς το γυναικείο φύλο, οπως μαρτυρούν πολλά αποσπάσματα της ερωτικής ποίησής της, ''Σ' αγαπούσα κάποτε Ατθις, πάει καιρός....'', καθιέρωσε παγκόσμια τον όρο "Λεσβία"....

Πλούσια σε λάδι και σε ψάρια, πλούσια σε πρώιμη βιομηχανική-αστική αρχιτεκτονική όσο και λαική, κατάφυτη από εληά και πεύκο, ορεινά χωριά και τοπία να εναλλάσονται με ψαροχώρια και απέραντες αμμουδιές, η Λέσβος παρουσιάζει μια οικονομική, πολιτισμική και γεωφυσική ισορροπία όσο και πλούτο, μοναδική στο Αιγαίο. H αεροπορική, και ακτοπλοική σύνδεση του νησιού είναι πυκνή και διαρκής ακόμα και κατά τους χειμερινούς μήνες. Μέ το αεροπλάνο, από Αθήνα [3-4 πτήσεις την ημέρα], από Θεσσαλονίκη [καθημερινά 1 πτήση] και από Ευρωπαικές πόλεις [πτήσεις charter]. Με το πλοίο, καθημερινά από Πειραιά και εβδομαδιαία από Θεσσαλονίκη, Καβάλα και Βόλο.



Η Μυτιλήνη είναι η πρωτεύουσα του νησιού, με πληθυσμό 30.000 κατοίκους.Πλούσια και αντιφατική στην αρχιτεκτονική της κληρονομιά, συνδυάζει σπουδαία αρχοντικά και εκκλησίες του ύστερου 19ου αιώνα, με τουρκομαχαλάδες και λαικές αγορές, το βυζαντινό κάστρο με το αρχαίο θέατρο της. Μιά πόλη γεμάτη ζωή όλο το χρόνο, με το αρχαίο και το σύγχρονο λιμάνι και τα γραφικά προάστια της. Με Αρχαιολογικό και Βυζαντινό μουσείο, το μουσείο του λαικού ζωγράφου Θεοφίλου και το μουσείο μοντέρνας ζωγραφικής Τεριάντ. Δώδεκα χιλιόμετρα από την Μυτιλήνη κοντά στο χωριό Μόρια, βρίσκεται το Ρωμαικό υδραγωγείο, κτισμένο τον 2.μ.χ. αιώνα.









Ρωμαικο υδραγωγειο:
 Μανταμαδος, Ο Μανταμάδος βρίσκεται σε απόσταση 37Km από τη Μυτιλήνη και σε υψόμετρο 150μ. Το χωριό είναι κτισμένο μέσα σε λαγκαδιά και δε φαίνεται. Όχι μόνο γιατί η θέση του ήταν έτσι διαλεγμένη για να προστατεύεται από τους επιδρομείς αλλά και γιατί και το χρώμα του είναι δεμένο με τον γύρο τόπο, αφού οι πέτρες των σπιτιών προέρχονται από τα γύρω βουνά. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την καλλιέργεια της ελιάς ιδιαίτερα όμως με την κτηνοτροφία. Το όνομά του προέρχεται από την τουρκική λέξη μαντάς που σημαίνει βόδι. Εδώ η αγγειοπλαστική ήταν μια από τις πρώτες απασχολήσεις των κατοίκων και περίφημα ήταν τα μανταμαδιώτικα κουμάρια. Η παράδοση αυτή συνεχίζεται Η έφεση για τη λαϊκή χειροτεχνία ώθησε και την ανάπτυξη της κατεργασίας του ξύλου της ελιάς. Ο Μανταμάδος έχει λαμπρή πνευματική παράδοση . Οι κάτοικοί του διασώζουν μέχρι τις μέρες μας ένα σημαντικό ρεπερτόριο τραγουδιών, πολύ πιο πλούσιο από άλλα χωριά που έχουν παράδοση σε οργανοπαίκτες και μουσικές κομπανίες. Ενδιαφέρουσα είναι η εκκλησία του Αγίου Βασιλείου, στο κέντρο του χωριού, που χτίστηκε το 1750. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο της είναι από τα ωραιότερα που υπάρχουν σε ελληνικές εκκλησίες. Αν βρεθείτε στο χωριό σταματήστε οπωσδήποτε στην μικρή του πλατεία και δοκιμάστε τα γαλακτοκομικά του προϊόντα, κυρίως όμως μη ξεχάσετε να πάρετε γιαούρτι Μανταμάδου, φτιαγμένο με τον παλιό αυθεντικό τρόπο, μέσα στις παραδοσιακές πήλινες "γραβούδες"..


Το “Μοναστήρι του Ταξιάρχη” Πασίγνωστος είναι ο Μανταμάδος για το μεγάλο προσκύνημα του Ταξιάρχη του. Η εκκλησία του Αγίου βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ' το χωριό, σ' ένα ανοιχτό, ολόφωτο χώρο από ελιές και πεύκα. Ο αρχικός ναός χτίστηκε πριν από το 1700. Το 1879 ανοικοδομήθηκε εκ βάθρων. Το εικόνισμα του Αγίου είναι ανάγλυφο, κατασκευασμένο από άγνωστο υλικό. Ο θρύλος αναφέρει ότι το φιλοτέχνησε ένας μοναχός, από πηλό και αίμα. Στην περιοχή υπήρχε παλιό μοναστήρι. Σε μια επιδρομή τους Σαρακηνοί πειρατές έσφαξαν τους μοναχούς. Γλίτωσε μονάχα ένας που είχε σκαρφαλώσει στη στέγη. Οι Αγαρηνοί τον κυνήγησαν. Αλλά όταν τον πλησίασαν είδαν μπροστά τους να έρχεται μια μανιασμένη θάλασσα που απειλούσε να τους καταπιεί. Τρομαγμένοι άφησαν τον καλόγερο και έφυγαν. Ο μοναχός, που απέδωσε τη σωτηρία του στον Ταξιάρχη, μάζεψε πηλό και με το αίμα των σκοτωμένων συνάδελφων του έφτιαξε το εικόνισμα του Αγίου. Ο Ταξιάρχης είναι ο προστάτης Άγιος της περιοχής αλλά και όλης της Λέσβου. Ιδιαίτερα τον σεβόταν οι Τούρκοι για τα πολλαπλά του θαύματα. Φορούσε σιδερένια παπούτσια και έτρεχε παντού να προστατεύσει τους χριστιανούς. Η μορφή του εβένινου εικονίσματος πείθει ότι είναι έργο μιας φλογερής πίστης, ενός απλού ανθρώπου. Το σκοτεινό πρόσωπο είναι γεμάτο δύναμη καθώς προβάλλει μέσα απ' το αστραφτερό ασημένιο πλαίσιο. Ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου είναι το μοναδικό ανάγλυφο, εικόνισμα της Λέσβου. Ακόμα και σήμερα οι προσκυνητές τρέφουν ανάμεικτα συναισθήματα για αυτή τη μοναδική εικόνα. Άλλοτε αντικρίζουν το πρόσωπο του Αγίου πολύ άγριο και απόμακρο και άλλοτε πολύ ήρεμο και οικείο, πιστεύοντας ό,τι κατά αυτό τον τρόπο ο Άγιος προσπαθεί να τους περάσει διάφορα μηνύματα. Στην εκκλησία του Αγίου φυλάγεται, σαν εθνικό και θρησκευτικό κειμήλιο, ο αρχιερατικός σάκος του εθνομάρτυρα Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε. Τον σάκο αυτό αγόρασε σε δημοπρασία ο μανταμαδιώτης μητροπολίτης Πορφύριος Φωτιάδης ο οποίος κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη ήταν Πρωτοσύγκελος των Πατριαρχείων. Μετά τον θάνατό του οι συγγενείς του τον δώρισαν στο Προσκύνημα. Υπάρχουν ακόμα, παλιό χρυσοκέντητο επιτραχήλιο του 1656, παλιά ευαγγέλια και εκκλησιαστικά βιβλία. Ανάμεσα στις εικόνες του ναού, αρκετές είναι του 16ου αιώνα. Η πηγή απ' την οποία αναβλύζει τα αγίασμα, θεωρείται απ' τις πιο αρχαίες της Λέσβου. Στο προσκύνημα υπάρχει και ο τάφος του μητροπολίτου Πορφυρίου με εντοιχισμένη πλάκα. Το πανηγύρι του Ταξιάρχη γίνεται την Κυριακή των Μυροφόρων και παίρνει μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα. Χιλιάδες πιστών συρρέουν απ' όλα τα μέρη του νησιού με τις τεράστιες λαμπάδες τους και τα αναθήματά τους για να ευχαριστήσουν τον Άγιο. Το Πανηγύρι συνδέεται και με το αρχαιολατρικό έθιμο της ζωοθυσίας. Το ζώο σφάζεται αφού ευλογηθεί απ' τον παπά, πράο, χωρίς να προβάλλει καμία αντίσταση! Το έθιμο δείχνει πόσο παλιά είναι η λατρεία του Αγίου. Η εκκλησία γιορτάζει και στις 8 Νοεμβρίου


Συκαμινεα (Σκαμνια) και Σκαλα Σκαμνιας Ένα γραφικό και πανέμορφο χωριό κτισμένο σε μια καταπράσινη τοποθεσία με ειδυλλιακή θέα προς τη θάλασσα. Απέχει 46 χλμ. από τη Μυτιλήνη και βρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά του νησιού. Το χωριό Συκαμινέα ή Συκαμιά είναι η γενέτειρα του λογοτέχνη Στρατή Μυριβήλη. Κατά την περιήγησή σας στον οικισμό θα δείτε και το σπίτι του. Η θέα από το χωριό, το οποίο είναι κτισμένο αμφιθεατρικά στη πλαγιά βουνού Λεπέτυμνο, είναι μαγευτική. Οι κατάφυτοι ελαιώνες που κυκλώνουν το χωριό δημιουργούν πανέμορφα τοπία, τα οποία ολοκληρώνονται με τις γαλάζιες πινελιές του Αιγαίου… Σε απόσταση 3 χλμ. από το χωριό βρίσκεται η Σκάλα Συκαμιάς, με την υπέροχη παραλία και το γραφικότερο ψαρολίμανο του νησιού. Η περιοχή ενδείκνυται και για ψάρεμα. Εδώ, είναι κτισμένο πάνω σ’ ένα βράχο στην είσοδο του μικρού λιμανιού το εκκλησάκι της Παναγιάς της Γοργόνας, από το οποίο ο Στρατής Μυριβήλης εμπνεύστηκε το ομώνυμο μυθιστόρημά του.

Η Μήθυμνα είναι έδρα της ομώνυμης επαρχίας και μαζί με τα χωριά Σκάλα Συκαμιάς, Συκαμιά, Λεπέτυμνο, Αργενο, Βαφειό και την εξοχική περιοχή της Εφταλούς αποτελεί σήμερα διοικητικά τον Δήμο Μήθυμνας.


Κατά την μυθολογία, η Μήθυμνα ήταν μιά από τις πέντε κόρες του μυθικού βασιληά Μάκαρα. Η λέξη σημαίνει σεβαστή, προστατευομένη. Το μεσαίωνα παίρνει και την ονομασία Μόλυβος ή Μόλιβος. Η γραφή με γιώτα μπορεί να θεωρηθεί η πιό σωστή, αν παραδεχτούμε πως η ρίζα του ονόματος είναι η φράγκικη περιφραστική ονομασία Mont d' olives ( βουνό των ελιών ). Η παραδοσιακή αρχιτεκτονική αντιπροσωπεύει τρόπους ζωής και κοινωνικούς ρυθμούς του παρελθόντος. Το 1965 ο Μόλυβος (Μήθυμνα) χαρακτηρίστηκε διατηρητέος οικισμός.


Στη Μήθυμνα υπάρχει αρχαιολογική συλλογή με εντυπωσιακά ευρήματα από την περιοχή, και βιβλιοθήκη με περισσότερους από χίλιους τόμους και χειρόγραφα. Η μουσική ήταν η προσφιλής κατά το παρελθόν απασχόληση των Μηθυμναίων. Στην ποίηση και στο μέλος διέλαμψε ο Αρίονας. Στη Μήθυμνα λατρευόταν ιδιαίτερα ο Δίας, ο Διόνυσος και ο Ηρακλής. Ο Βιργίλιος αναφέρει οτι τα σταφύλια της Μήθυμνας ήταν ασυναγώνιστα για το άρωμα και το χυμό τους.

Απο το 1960 η τουριστική αξιοποίηση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για όλη τη ζωή και εξέλιξη του Μολύβου. Στο Μόλυβο γίνονται κάθε χρόνο πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως επίσης και πολλά Συνέδρια διεθνή και παγκόσμια. Εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις, θεατρικές και λαογραφικές παραστάσεις. Οι κάτοικοι του χωριού, εκτός από τον τουρισμό, ασχολούνται με την αλιεία, την ελαιοκαλλιέργεια, την κτηνοτροφία και την γεωργία.


Λέσβος : Γενικές Πληροφορίες
|
|
|
|
|
| Γενικές Πληροφορίες |
Έκταση: 1.636 τ.χλμ.
Μήκος ακτογραμμής: 382 χλμ.
Πληθυσμός: 90.643 κάτοικοι
Πρωτεύουσα του νησιού και πληθυσμός της: Μυτιλήνη (27.247 κάτοικοι) Διοικητική ένταξη: Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, Νομός Λέσβου, Δήμος Μυτιλήνης (Πρωτεύουσα: Μυτιλήνη, 27.247 κάτοικοι), Δήμος Αγίας Παρασκευής (Πρωτεύουσα: Αγία Παρασκευή, 2.268 κάτοικοι), Δήμος Αγιάσου (Πρωτεύουσα: Αγιάσος, 2.498 κάτοικοι), Δήμος Γέρας (Πρωτεύουσα: Παππάδος, 1.510 κάτοικοι), Δήμος Ερεσού-Αντίσσης (Πρωτεύουσα: Ερεσός, 1.097 κάτοικοι), Δήμος Ευεργέτουλα (Πρωτεύουσα: Συκούντα, 346 κάτοικοι), Δήμος Καλλονής (Πρωτεύουσα: Καλλονή, 1.732 κάτοικοι), Δήμος Λουτροπόλεως Θερμής (Πρωτεύουσα: Λουτρόπολη-Θερμή, 912 κάτοικοι), Δήμος Μανταμάδου (Πρωτεύουσα: Μανταμάδος, 1.156 κάτοικοι), Δήμος Μήθυμνας (Πρωτεύουσα: Μήθυμνα, 1.497 κάτοικοι), Δήμος Πέτρας (Πρωτεύουσα: Πέτρα, 1.246 κάτοικοι), Δήμος Πλωμαρίου (Πρωτεύουσα: Πλωμάρι, 3.377 κάτοικοι), Δήμος Πολιχνίτου (Πρωτεύουσα: Πολιχνίτος, 2.763 κάτοικοι)
Τοπικές εφημερίδες: "Εμπρός", "Πολιτικά", "Κυριακάτικα Αιολικά", "Αιολικά Νέα", "Δημοκράτης Μυτιλήνης", "Νέα Πορεία", "Κυριακάτικη Λέσβος", "Νέο Εμπρός", "Φωνή της Λέσβου", "Ρήγμα", "Το Βήμα διαλόγου της Γέρας"
Τοπικοί ραδιοσταθμοί: Αρχιπέλαγος (87.6), Sky FM (88.2 και 107.7), Best FM (98.1), Ε.ΡΑ. Αιγαίου (99.4, 103.0 και 104.4), Kiss FM (101.3), Ράδιο City (102.5), Ράδιο Καλλονή (106.2), Ράδιο Γέρα (102.5, 91.4 και 105.9).
Τοπικοί τηλεοπτικοί σταθμοί: Τηλεόραση Λέσβου, TV Μυτιλήνη, TVA
Μουσεία: Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης (Παλαιό Κτήριο), Σύγχρονο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης (Νέο Κτήριο), Μουσείο Έργων Θεόφιλου, Μουσείο TERIADE (Στρατή Ελευθεριάδη), Δημοτική Πινακοθήκη Μυτιλήνης, Λαογραφικό Μουσείο Μυτιλήνης, Εκκλησιαστικό Βυζαντινό Μουσείο Μυτιλήνης, Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους στο Σίγρι, Αρχαιολογική Συλλογή Ερεσού, Αρχαιολογική Συλλογή Μήθυμνας, Αρχαιολογική Συλλογή Νάπης, Παλαιό Λεσβιακό Σπίτι, Συλλογή Φυσικής Ιστορίας Βρίσας, Ελαιοτριβείο Βρανά- Μουσείο της Εταιρίας Αρχιπέλαγος στον Παππάδο Αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία: Φρούριο της Μυτιλήνης, Φρούριο του Σιγρίου, Άγιος Φωκάς, Ακρόπολη της Ερεσού, Μήθυμνα, Φρούριο Μήθυμνας, Αρχαίο Θέατρο Μυτιλήνη, Ναοί Κλοπεδής, Ιερό Μέσων, Ρωμαϊκό Υδραγωγείο Μόριας, Παλαιοχριστιανικές βασιλικές Αγίου Ανδρέα και Αφεντέλη, Μονή Παναγίας Μυρσινιώτισσας, Μονή Λειμώνος, Μονή Παναγίας στην Αγιάσο, Μονή Ταξιάρχη στο Μανταμάδο, Μονή Περιβολής, Μονή Υψηλού, Μονή Πιθαρίου, Γενί Τζαμί, Λουτρό της Αγοράς (Ҫarşi hamam) στην Επάνω Σκάλα, Αρχοντικά στην πόλη της Μυτιλήνης, Αρχαιολογικός χώρος Μάννας, Ναός Αγίου Ερμολάου στον Παλαιόκηπο, Ναός Αγίου Βλασίου στον Πλακάδο  Παραδοσιακοί οικισμοί: Αγιάσος, Ασώματος, Βατούσα, Ερεσός, Μανταμάδος, Μήθυμνα, Πέτρα, Πλωμάρι, Πολίχνιτος, Σίγρι, Συκαμιά Φυσικά μνημεία: Απολιθωμένο Δάσος Λέσβου. Πολλές περιοχές του νησιού έχουν ενταχθεί στο κοινοτικό δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000. Η νοτιοδυτική χερσόνησος του νησιού, το όρος Λεπέτυμνος, ο κόλπος Γέρας, Έλη Ντίπι, Χαραμίδα, το όρος Όλυμπος και ο Κόλπος της Καλλονής περιλαμβάνονται στις Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά της Ελλάδας
Πολιτιστικοί σύλλογοι: Αναγνωστήριο «Η ανάπτυξη» στην Αγιάσο, Μορφωτικό Σωματείο «Η Αναγέννησις» στην Πηγή, Εκπολιτιστικός Λαογραφικός Σύλλογος «Αρίων», Εκπολιτιστικός Μορφωτικός Αθλητικός «Σύλλογος Φίλιας», Εξωραϊστικός-Εκπολιτιστικός Σύλλογος Σκάλας Λουτρών «Το Δελφίνι», Εταιρεία Αιολικών Μελετών, Μορφωτικός-Πολιτιστικός Σύλλογος Σκουτάρου, Ομάδα Διεθνούς Αμνηστίας, Παιδαγωγικός Όμιλος Αιγαίου «Μίλτος Κουντουράς», Σύλλογος Γυναικών Λέσβου, Φιλοτελική Εταιρεία Λέσβου, Φωτογραφική Εταιρεία Μυτιλήνης, Κινηματογραφική Λέσχη Λέσβου, Σύλλογος Καφελογίων Μυτιλήνης, Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης, Θεατρικός Όμιλος «Το Μπουρίνι», Θεατρικός Όμιλος «Οι Άστεγοι», Περιβαλλοντικός-Πολιτιστικός Σύλλογος Μυτιλήνης «Περιβάλλον και Ποιότητα Ζωής», Αναγνωστήριο Μανταμάδου «Η Πρόοδος», Αναγνωστήριο Μυτιλήνης «Πιττακός», Αναγνωστήριο Πλωμαρίου «Βενιαμίν ο Λέσβιος», Σύλλογος Μικρασιατών Σκάλας Λουτρών Λέσβου «Το Δελφίνι», «Παγγεραγωτικός» Πολιτιστικός Σύλλογος Γέρας, Παγγεραγωτικός Πολιτιστικός Σύλλογος Μυτιλήνης (Αθήνας), Πολιτιστικός Σύλλογος «Ειρήνη» Μεσαγρού, Πολιτιστικός Σύλλογος Παλαιοκήπου, Πολιτιστικός Σύλλογος Περάματος, Πολιτιστικός Σύλλογος «Μίλτος Κουντουράς» Σκοπέλου,Εξωραϊστικός, Πολιτιστικός και Αθλητικός Σύλλογος των Ταξιαρχών
Εκδηλώσεις: Ιππικοί αγώνες στο Πλωμάρι (τέλος Ιουλίου), Πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Μήθυμνα τον Ιούλιο, Γιορτή του Ούζου στη Μυτιλήνη στις αρχές Αυγούστου, Γιορτή του Χταποδιού στις Ν. Κυδωνίες (2 Αυγούστου), Πολιτιστικές εκδηλώσεις στην Ερεσό το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, Γιορτή Επανασύνδεσης στην Καλλονή (16 Αυγούστου), «Φουρνέλι» στον Πολίχνιτο τον Αύγουστο, Γιορτή της Σαρδέλας στη Σκάλα Καλλονής τον Αύγουστο, Πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Συκαμιά τον Αύγουστο, Πολιστικές εκδηλώσεις στη Μήθυμνα τον Αύγουστο, Πολιστικές εκδηλώσεις στη Μυτιλήνη το καλοκαίρι, Πολιτιστικές εκδηλώσεις στη Μόρια το καλοκαίρι, Βραδιές Ψαρέματος στο Πλωμάρι το καλοκαίρι, Κινηματογραφικές βραδιές Μυτιλήνης, Γιορτή Αγροτουρισμού στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους, Γεραγώτικο καλοκαίρι
Φεστιβάλ: Φεστιβάλ Καλλονής (Αύγουστος), «Βενιαμίνεια» στο Πλωμάρι τον Αύγουστο
Πανηγύρια: Αγίας Βαρβάρας στα Πάμφιλα (4 Δεκεμβρίου), Αγίου Σάββα στα Πάμφιλα (5 Δεκεμβρίου), Αγίου Νικολάου στην Πέτρα, στα Πάμφιλα, στα Παπιανά, στο Πλωμάρι και στην Ερεσό (6 Δεκεμβρίου), Υπαπαντής στην Πλαγιά (2 Φεβρουαρίου), Αγίου Χαραλάμπου στην Κεραμειά, στην Πηγή, στον Μανταμάδο, στη Νάπη και στην Κώμη (10 Φεβρουαρίου), Αγίου Σπυρίδωνα στην Ερεσό (12 Φεβρουαρίου), Αγίου Θεοδώρου στη Μυτιλήνη (17 Φεβρουαρίου), Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Παλαιοχώρι (25 Μαρτίου), Αγίου Ραφαήλ στη Θερμή την Τρίτη του Πάσχα, Ζωοδόχου Πηγής στην Αγία Παρασκευή την Παρασκευή του Πάσχα, Αγίου Γεωργίου στην Ερεσό, στον Πολίχνιτο, στη Βρίσα, στον Μεσότοπο, στο Κάπη, στην Πηγή, στην Κεραμειά, στο Σκουτάρο, στα Λουτρά, στο Σίγρι, στα Φίλια και στη Θερμή (23 Απριλίου), Παναγίας Κρυφτής στο Παλαιοχώρι (Δευτέρα του Θωμά), Αγίων Ακινδύνων στα Μιστεγνά (4η Κυριακή μετά το Πάσχα), Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Μονή Υψηλού και στη Νάπη (8 Μαΐου), Αγίας Φωτεινής στη Συκαμιά και στη Συκούντα (9 Μαΐου), Αγίου Κωνσταντίνου στη Βρίσα, στη Θερμή, στον Μεσότοπο, στη Σκόπελο, στη Συκούντα (Αγίας Ελένης) και στο Νεοχώρι (21 Μαΐου), Πανηγύρι στο μοναστήρι του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο την Κυριακή των Μυροφόρων, Γιορτή του Αγίου Χαράλαμπου ή του «Ταύρου» στην Αγία Παρασκευή (1 Ιουνίου), Αγίου Βαρθολομαίου στους Ταξιάρχες (11 Ιουνίου), Αγίου Ιωάννη «Κλήδωνα» στο Σίγρι (24 Ιουνίου), Αγίων Αποστόλων στο Ακράσι (30 Ιουνίου), Αγίων Αναργύρων στην Αρίσβη και στον Ασώματο (1 Ιουλίου), Αγίου Ανδρέα στην Ερεσό (4 Ιουλίου), Αγίου Προκοπίου στον Ίππειο (8 Ιουλίου), Αγίου Κήρυκα στη Σκάλα Συκαμιάς και στην Κλειού (15 Ιουλίου), Αγίας Μαρίνας στην Αρίσβη, στα Χίδηρα, στον Μεσότοπο, στο Υψηλομέτωπο, στον Κάτω Τρίτο και στον Παππάδο (17 Ιουλίου), Προφήτη Ηλία στην Αγιάσο, στην Ερεσό, στο Πλωμάρι, στον Μανταμάδο, στη Βρίσα, στην Πελόπη και στη Λαφιώνα (20 Ιουλίου), Αγίας Μαγδαληνής στη Σκόπελο (22 Ιουλίου), Αγίας Άννας στη Σκάλα Καλλονής (25 Ιουλίου), Αγίου Ερμολάου στον Παλαιόκηπο (26 Ιουλίου), Αγίας Παρασκευής στο Πλωμάρι, στη Βρίσα, στα Χίδηρα, στην Πηγή και στο Ακράσι (26 Ιουλίου), Αγίου Παντελεήμονα στην Ερεσό, στον Γαβαθά, στο Πέραμα, στον Σκουτάρο και στο Πλωμάρι (27 Ιουλίου), Αγίου Στεφάνου στον Μανταμάδο (2 Αυγούστου), Σωτήρος στην Ερεσό, στην Κλειού και στα Ανεμώτια (6 Αυγούστου), Ευαγγελισμού στην Άντισσα (6 Αυγούστου), Δεκαπενταύγουστο στην Αγιάσο, στην Ερεσό, στην Πέτρα, στη Βατούσα, στο Κάπη, στον Λεπέτυμνο, στο Μεγαλοχώρι, στη Σκάλα Συκαμιάς, στα Χίδηρα, στον Σκουτάρο και στο Ακράσι (15 Αυγούστου), Αγίου Ευσταθίου στο Αμπελικό (20 Αυγούστου), Εννιάμερα της Παναγίας στην Αγία Παρασκευή, στη Στύψη και στην Άντισσα (23 Αυγούστου), Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στο Μόλυβο, στο Παλαιοχώρι και στο Λισβόρι (29 Αυγούστου), Αγίου Ιγνατίου στη Μονή Λειμώνος (14 Οκτωβρίου), Αγίου Δημητρίου στην Αγιάσο, στον Μεσότοπο, στη Μυχού και στη Μόρια (26 Οκτωβρίου), Ταξιαρχών στον Ασώματο, στον Παπάδο, στη Συκαμιά, στους Ταξιάρχες και στη Βατούσα (8 Νοεμβρίου), Εισόδια της Παναγίας στην Άντισσα, στα Βασιλικά, στον Μεσότοπο και στη Θερμή (21 Νοεμβρίου), Αγίου Ισιδώρου στο Ακράσι
Αθλητικές ομάδες: Α.Ε.Π.Σ. Αιολικός, Α.Σ.Α. Μυτιλήνης, «Αετός» Αθλητικός Σύλλογος Ερεσού Λέσβου, Αθλητική Ένωση Κοντιά Λέσβου «Φιλοκτήτης», Αθλητικός Γυμναστικός Εκπολιτιστικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος «Νίκη Μυτιλήνης», Αθλητικός Εκπολιτιστικός Σύλλογος «Άγρας ο Μακαρέας», Αθλητικός και Πολιτιστικός Σύλλογος , «Ο Ολυμπιονίκης της Λέσβου», Αθλητικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Πολιχνίτου «Αλκαίος», Αθλητικός Μορφωτικός Όμιλος Άντισσας Λέσβου «Ο Ορφέας», Αθλητικός Μορφωτικός Σύλλογος «Απόλλων», Αθλητικός Μορφωτικός Σύλλογος «Θάνος Λέσβου», Αθλητικός Όμιλος «Αρισβαίος», Αθλητικός Όμιλος «Διαγόρας», Αθλητικός Όμιλος «Εθνικός Θέρμης», Αθλητικός Όμιλος «Αναγέννηση Γέρας», «Αρίων» Παλαιοκήπου, «Παπάδος Γέρας»,«Ακαδημία Ποδοσφαίρου» Γέρας, «Ολυμπιονίκης Γέρας»,«Ποσειδών» Περάματος, Αθλητικός Όμιλος «Θησεύς», Αθλητικός Όμιλος «Κάσπακας Λέσβου», Αθλητικός Όμιλος Μυτιλήνης, Αθλητικός Όμιλος «Παπανικολής Ερεσού Λέσβου», Αθλητικός Όμιλος Πλωμαρίου, Αθλητικός Όμιλος «Πολίχνιτος Λέσβου», Αθλητικός Όμιλος «Προποντίς», Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος Πλωμαρίου «Βενιαμίν», Αθλητικός Σύλλογος Εκπαιδευτηρίων Μανταμάδου «Ο Αίολος», Αθλητικός Σύλλογος «Ποσειδών», «Αρίων» Μυτιλήνης, Γ.Π.Σ. «Αρισβαίος», Γ.Σ. «Ολυμπιάδα Πολυχνίτου», Γυμναστικός Αθλητικός Σύλλογος Λέσβου, Γυμναστικός Αθλητικός Σύλλογος Μήθυμνας «Ολυμπιάς Λέσβου», Γυμναστικός Ποδοσφαιρικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος Παμφίλων «Ο Έφηβος», Γυμναστικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος «Βύρων Λέσβου», Γυμναστικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος «Αετός Λουτρών Λέσβου», Γυμναστικός Σύλλογος «Ίρις Μυτιλήνης», Σύλλογος Λέσβου Αγωνιστικού Μπριτζ, Ναυταθλητικός Σύλλογος Ερασιτεχνών Αλιέων Λέσβου «Ο Τρίτων», Ναυτικός Αθλητικός Σύλλογος Παναγιούδας «Ο Αίολος», Γυμναστικός Φιλοτεχνικός Σύλλογος «Αιγεύς Πλωμαρίου», Ποδοσφαιρικός Γυμναστικός Σύλλογος Παλλεσβιακός, Σκακιστικός Όμιλος Μυτιλήνης Λέσβου |
Η Λέσβος είναι ένα από τα μεγαλύτερα νησιά του Αιγαίου πελάγους. Είναι το τρίτο σε μέγεθος ελληνικό νησί. Απέχει από το στενό του Ελλησπόντου 120 ναυτικά μίλια, από τη Σμύρνη 105 και από τις Κυδωνίες (Αϊβαλί, τουρκ. Ayvalık) ελάχιστα ναυτικά μίλια. Ορεινή και δασώδης, η Λέσβος παρουσιάζει ποικιλία φυσικών αγαθών καιγεωλογικών σχηματισμών. Οι ακτές της, με πολλούς ορμίσκους και ακρωτήρια, σχηματίζουν δύο μεγάλους και πλούσιους σε αλιεύματα κόλπους, της Καλλονής και της Γέρας. Σημαντικό μέρος του νησιού καλύπτουν οι πεδιάδες, από τις οποίες σημαντικότερες είναι της Καλλονής, του Ίππειους και της Γέρας. Οι υψηλότερες κορυφές είναι του Ολύμπου και του Λεπέτυμνου.
 Μαρτυρημένη από την Αρχαιότητα, η καλλιέργεια της ελιάς καθορίζει μέχρι και σήμερα τη φύση και την έκταση της αγροτικής δραστηριότητας, συμπροσδιορίζοντας τις κοινωνικές δομές και τους ρυθμούς της ζωής.
Ιστορικές πηγές και περιηγητικά κείμενα για την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας μνημονεύουν την καλλιέργεια της αμπέλου και την παραγωγή εξαιρετικού κρασιού στη Λέσβο, κυρίως στην πεδιάδα της Καλλονής, στην Πέτρα και στη Μήθυμνα. Αναφέρεται επίσης η παραγωγή σιτηρών, αλατιού, σύκων, ρετσινιού, βελανιδιών. Άφθονα ήταν και τα κτηνοτροφικά προϊόντα στην Ερεσό και στον Μανταμάδο, ενώ οι κάτοικοι του νησιού ασχολούνταν και με την κατεργασία των δερμάτων.
Τμήμα της γεωμορφολογίας του νησιού είναι τα σπήλαια. Τα σημαντικότερα, με τεκμηριωμένη την παρουσία του ανθρώπου, είναι του Αγίου Βαρθολομαίου στην ορεινή περιοχή των Ταξιαρχών, τα σπήλαια στη θέση Μαγαράς Αλυφαντών και στη θέση Φούσα, κοντά στον αγροτικό οικισμό Κάτω Τρίτος.
Ως προς τη γεωλογία της Λέσβου, σημαντικές είναι επίσης οι θερμές πηγές με τις ιαματικές ιδιότητες που αναβλύζουν στον κόλπο της Γέρας, στον Άγιο Ιωάννη Λισβορίου, στην Εφταλού της Μήθυμνας, στην παραλία της Αργένου, στην Κρυφή Παναγιά Πλωμαρίου, στον Γαβαθά, στη θέση Θερμέλια Μόριας και στη Θερμή, γνωστή από τα αρχαιολογικά δεδομένα του Ιερού της Θερμίας Αρτέμιδος. Η θερμότερη πηγή, με θερμοκρασία των υδάτων να φθάνει τους 81°C, είναι στον Πολυχνίτο.
Η λεσβιακή φύση είναι προικισμένη με πλούσια βλάστηση, που διαφέρει από περιοχή σε περιοχή. Το στολίδι των γυμνών βουνών της αγροτικής περιοχής του Σιγρίου και της Ερεσού είναι το απολιθωμένο δάσος κωνοφόρων δέντρων, που σχηματίστηκε περίπου πριν από 12 εκατομμύρια χρόνια. Η δασική βλάστηση αντιστοιχεί στις φάσεις της ηφαιστειακής ηρεμίας που επικρατούσε στην περιοχή και η απολίθωση έπεται ως αποτέλεσμα της υδροθερμικής φάσης που εκδηλώνεται σαν μεταηφαιστειακή ενέργεια. Απολιθωμένα δέντρα επισημάνθηκαν επίσης στην αγροτική περιφέρεια της Άντισσας, του Γαβαθά, των Χυδήρων, του Μεσοτόπου και της Μήθυμνας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι άφθονοι απολιθωμένοι κορμοί στις ακτές και στη θάλασσα, αυξάνοντας το ενδιαφέρον των γεωλόγων και παλαιοντολόγων για τον ενάλιο κόσμο.
2. Ιστορία
Τα αρχαιότερα κατάλοιπα της Νεολιθικής εποχήςστη Λέσβο προέρχονται από το σπήλαιο του Αγίου Βαρθολομαίου, της Πρώιμης και Μέσης εποχής του Χαλκού από τον οικισμό της Θερμής και τα παράλια του κόλπου Καλλονής. Στις ίδιες περιοχές, καθώς και στον κόλπο της Γέρας, έχουν βρεθεί αρχαιολογικά κατάλοιπα των Μυκηναϊκών χρόνων.
2.1. Αρχαιότητα
Από τις αρχές του 10ου αι. π.Χ. ως τον 8ο αι. π.Χ., την εποχή του αποικισμού και των κοινωνικών ανακατατάξεων στον ελλαδικό χώρο και το Αιγαίο, εγκαταστάθηκαν στο νησί οι Αχαιοί και οι Αιολείς, στους οποίους οφείλεται η ίδρυση της «λεσβιακής εξάπολης». Η Μυτιλήνη, η Άντισσα, η Πύρρα, η Αρίσβη, η Μήθυμνα και η Ερεσός αποτέλεσαν σημαντικές πόλεις-κράτη, τους ιδρυτές των οποίων η παράδοση θεωρούσε απογόνους των Ατρειδών.
Παρά την τυραννική διακυβέρνηση της Μυτιλήνης από το γένος των Πενθελιδών, ο 7ος και ο 6ος αι. π.Χ. συνιστούν περίοδο υψίστης ακμής για τη Λέσβο. Μέσα από αντίξοες πολιτικές συνθήκες και κοινωνικές ανακατατάξεις διακρίθηκαν σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Πιττακός, αισυμνήτης και ένας από τους επτά σοφούς της Αρχαιότητας, και οι εκπρόσωποι της λυρικής ποίησης Αλκαίος, Σαπφώκαι Τέρπανδρος, που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στα πολιτικά τεκταινόμενα.
Από το τέλος του 6ου αι. π.Χ. η Λέσβος λεηλατήθηκε από τους Πέρσες. Έκτοτε το νησί χάνει την αυτονομία του και υφίσταται σειρά αλλεπάλληλων επιδρομών και συγκρούσεων. Μετά το τέλος των περσικών πολέμων και τη νίκη των Ελλήνων, οι λεσβιακές πόλεις έγιναν μέλη της Α΄ Αθηναϊκής Συμμαχίας και αργότερα πήραν ενεργό μέρος στα γεγονότα του Πελοποννησιακού πολέμου. Το 428 π.Χ. η αποστασία των Μυτιληναίων από την Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία είχε σαν αποτέλεσμα τη σφαγή του ανδρικού πληθυσμού της πόλης και τον εξανδραποδισμό του άμαχου πληθυσμού. Αυτή την περίοδο, τον 5ο αι. π.Χ. έζησε ο ιστοριογράφος Ελλάνικος (480-395 π.Χ.) και τον 4ο αι. π.Χ. ο «πατέρας» της βοτανικής Θεόφραστος (372/1-288/7 π.Χ.).
Κατά την Ελληνιστική περίοδο η Λέσβος βρισκόταν στην επιρροή της μακεδονικής κυριαρχίας και αργότερα των Πτολεμαίων.
Οι ισχυρότερες από τις πόλεις της Λέσβου κατά την Αρχαιότητα ήταν η Μήθυμνα και η Μυτιλήνη. Η Αρίσβη καταστράφηκε ήδη κατά την Κλασική περίοδο, η Πύρρα κατά την Ελληνιστική και η Άντισσα καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 168 π.Χ., στους οποίους έκτοτε υποτάχτηκε η Λέσβος μαζί με τα άλλα νησιά του Αιγαίου.
2.1.1. Λυρική ποίηση
Ο 7ος και ο 6ος αι. π.Χ. είναι αιώνες υψίστης πολιτισμικής ακμής, που αντικατοπτρίζεται σε όλες τις εκφάνσεις της τέχνης. Μέσα από τον πολιτικό αναβρασμό των πολιτικών ανακατατάξεων, αναδείχθηκαν σημαίνοντα πρόσωπα που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον αρχαϊκό κόσμο. Είναι η εποχή που γεννήθηκε η λυρική ποίηση. Ο έμμετρος δηλαδή λόγος, που απήγγελλαν με τη συνοδευτική υπόκρουση της λύρας.
Το όνομα του Τερπάνδρου από τη Λέσβο, γύρω στο 630 π.Χ., κατέχει σημαντική θέση στην ιστορία της λυρικής ποίησης, αφού σύμφωνα με τις πηγές είναι ο ιδρυτής του νέου ποιητικού είδους. Θεωρείται ο εφευρέτης του βαρβίτου. Έδωσε επίσης την τελική μορφή στο «νόμο» – άσμα προς τιμήν του Απόλλωνα. Η φήμη του ως κιθαρωδού έφτασε σε όλες τις ελληνικές πόλεις του αρχαίου κόσμου, όπως τη Σπάρτη, όπου υποτίθεται πως κατόρθωσε να κατευνάσει τα πολιτικά πάθη με την αρμονία της μελωδίας του. Eκεί θέσπισε την ίδρυση της μουσικής γιορτής των Καρνείων κατά τη 16η Ολυμπιάδα το 675/4 π.Χ.
Δύο γενιές αργότερα, οι κορυφαίοι λυρικοί από τη Λέσβο, ο Αλκαίος και η Σαπφώ, θεωρούν τον Τέρπανδρο ιδρυτή της λυρικής ποίησης, ενώ οι ίδιοι ανέδειξαν τη δύναμη του ποιητικού λόγου και στο πολιτικό πεδίο. Οι στίχοι του Αλκαίου παρουσιάζουν την πολιτική του τοποθέτηση σαφώς υπέρ της αριστοκρατίας. Θίγει τον πολιτικό αναβρασμό και τα συναισθήματα του λαού, γεγονός που είχε συνέπεια την εξορία του στη Λυδία και την Αίγυπτο. Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση που κάνει σε ένα ποίημα, όπου προσομοιάζει την πόλη που κυβερνιέται από τύραννο με πλοίο που το χτυπά θύελλα. Βεβαίως ο Αλκαίος, εκτός από τα πολιτικά, ασχολείται και με ερωτικά, συμποτικά και θρησκευτικά θέματα. Οι Αλεξανδρινοί τον περιέλαβαν στον «κανόνα» των Λυρικών επισημαίνοντας τη δύναμη και τη γλυκύτητα της ποιητικής του σύνθεσης.
Στην ίδια γόνιμη καλλιτεχνική περίοδο (γύρω στο 715 π.Χ.) ανήκει επίσης η Σαπφώ, που ονομάστηκε «δέκατη μούσα» και «μοισοπόλος» (μουσοπόλος) για τη χάρη και την ευγένεια των στίχων της. Η ανάμειξη της οικογένειάς της στην πολιτική ζωή της Μυτιλήνης στοίχισε στη Σαπφώ τον εκπατρισμό της στην Πύρρα και στη Σικελία. Από τα σωζόμενα αποσπάσματα διαπιστώνεται πως το περιεχόμενο των στίχων της ήταν σχετικό με τις εφήμερες χαρές και τις λύπες του μικρού κύκλου των κοριτσιών που απάρτιζαν τη Σχολή της. Εκεί δίδασκε το τραγούδι, την ποίηση και το χορό. Με εξαίρεση τα επιθαλάμια άσματα, που τραγουδούσαν κατά τη γαμήλια τελετή, όλα τα άλλα ποιήματα ήταν προς ιδιωτική χρήση και τέρψη. Οι στίχοι έχουν ερωτικό περιεχόμενο, ενώ δε λείπει ο θαυμασμός για τη φύση. Η κριτική των Νεότερων χρόνων εξαίρει την ποιητική αξία της Σαπφούς βασιζόμενη κυρίως στο έργο Ωδή στην Αφροδίτη, όπου η ποιήτρια επικαλείται την επικουρία της θεάς για το νέο έρωτα που τη βασανίζει. Οι αγγειογράφοι του 5ου αι. π.Χ. απεικόνισαν τη Σαπφώ και τον Αλκαίο αναγνωρίζοντας με αυτό τον τρόπο την προσφορά τους στην ποίηση.
Στους λυρικούς ποιητές του νησιού συμπεριλαμβάνεται και ο Αρίων, ένας από τους σημαντικούς κιθαρωδούς της Λέσβου που συνέχισαν την παράδοση του Τερπάνδρου. Εξύψωσε το διθύραμβο από το πρωτογενές στάδιο σε ανεπτυγμένο έντεχνο και σύνθετο είδος, συμβάλλοντας καίρια στη διαμόρφωση του αρχαίου δράματος.
Ο μύθος συνδέει το νησί της μουσικής και της ποίησης με τον Ορφέα, θρησκευτικό ποιητή, προφήτη και ιερέα «γόη από μουσικής και μαντικής άμα». Σύμφωνα με τις πηγές, μετά το διαμελισμό του από τις Μαινάδες στα όρη της Πιερίας, τα κύματα έφεραν το κεφάλι του στην Άντισσα και τη λύρα του στη Μυτιλήνη. Με αυτό τον τρόπο συνέχισε να απαγγέλλει και να χρησμοδοτεί στη Λέσβο.
2.1.2. Η αρχαία πόλη της Μυτιλήνης
«Ἡ μὲν γὰρ ἀρχαία πόλις μικρὰ νῆσός ἐστιν, ἡ δ’ ὕστερον προσοικισθεῖσα τῆς ἀντιπέραν ἐστὶ Λέσβου. Ἀνὰ μέσον δ’ αὐτῶν ἐστιν Εὔριπος στενὸς καὶ ποιῶν τὴν πόλιν ὀχυρὰν» (Διόδωρος Σικελιώτης).
Η Μυτιλήνη, που έδωσε το όνομά της στην πρωτεύουσα της Λέσβου, ήταν σύμφωνα με τον μύθο κόρη του πρώτου βασιλιά της Λέσβου Μάκαρος, που ήταν εγγονός του Δία και γιος της Ρόδου και του Ήλιου ή του Κρινάκου.
Τα αρχαιότερα τεκμήρια ανθρώπινης δραστηριότητας γύρω από την πόλη της Μυτιλήνης χρονολογούνται στην Τελική Νεολιθική περίοδο, ενώ τα αρχαιότερα οικιστικά κατάλοιπα βρίσκονται στη θέση Νησί, με το χαμηλό λόφο τον οποίο στεφανώνει το Κάστρο, στη θέση όπου υπήρχε η αρχαία Ακρόπολη.
Η Μυτιλήνη ήταν η σπουδαιότερη από τις έξι λεσβιακές πόλεις, που υπήρχαν ήδη από τον 8ο αι. π.Χ. Ταραγμένη ήταν η ιστορία της Μυτιλήνης σε όλη τη διάρκεια της Αρχαιότητας με ιδιαίτερα δραματικό γεγονός την «αποστασία» το 428 π.Χ. από την Α΄ Αθηναϊκή Συμμαχία.
Η ανοδική πορεία της πόλης της Μυτιλήνης ξεκίνησε κατά τα Αρχαϊκά χρόνια όταν ήταν η ισχυρότερη πόλη-κράτος του νησιού, ενώ τη μεγαλύτερη άνθηση γνώρισε κατά την Ελληνιστική περίοδο, όπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά λείψανα. Η αρχαϊκή πόλη ήταν περιορισμένη κυρίως στο Νησί, τη νησίδα δηλαδή που χώριζε το κανάλι του Ευρίπου από την ξηρά. Ο Εύριπος, μήκους 780 μ. και πλάτους περίπου 30 μ., ένωνε τα δύο σημαντικότατα φυσικά λιμάνια της πόλης, το βόρειο ή τον Τριηρικό λιμένα με το Νότιο ή Μαλλόεντα, ή Μέγα ή Εμπορικό λιμένα, ρύθμιζε τη ζωή της πόλης και χώριζε τον κυρίως οικισμό από το νεκροταφείο και τα εκτός πόλης ιερά. Η αρχαϊκή νεκρόπολη βρισκόταν κοντά στις όχθες του Ευρίπου στο μέρος της ξηράς και γύρω από το βόρειο εμπορικό λιμάνι. Σημαντικό ρόλο στην οικονομία του νησιού έπαιξαν οι στατήρες, τα νομίσματα της Μυτιλήνης από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ. Μαρτυρείται επίσης η λατρεία του Ασκληπιού, του Διονύσου, της Ήρας και της Κυβέλης.
Τμήματα του αρχαίου λιμανιού της πόλης, ορατά μέσα στη θάλασσα, μαρτυρούν την οικονομική και εμπορική ακμή της Μυτιλήνης των Κλασικών χρόνων. Η κατοίκηση επεκτάθηκε και δυτικά του Ευρίπου ενώ τα νεκροταφεία αναπτύχθηκαν κατά μήκος των λιθόστρωτων δρόμων από τις βόρειες, δυτικές και νότιες εξόδους της πόλης και σε απόσταση ως και δύο χιλιομέτρων από το τείχος.
Κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη γνώρισε μεγάλη άνθηση. Οι αρχαίες φιλολογικές πηγές αναφέρουν ότι ήταν όμορφη και μεγαλοπρεπής, όπως η Έφεσος και η Ρόδος. Τις όχθες του Ευρίπου ένωναν μαρμάρινες γέφυρες και στις όχθες του ήταν συγκεντρωμένα τα σπουδαιότερα μνημεία και ιερά της πόλης. Στη βόρεια απόληξή του, γύρω από το εμπορικό λιμάνι, υπήρχαν οι λαμπρές στοές της Αγοράς. Στη θέση Μέσα σώζονται τα θεμέλια και αρχιτεκτονικά μέλη ιωνικού ναού, ενώ τα ερείπια δωρικού ναού, πιθανώς του Διονύσου, βρίσκονται στο ακρωτήριο Άγιος Φωκάς. Με το βουλευτήριο ταυτίζεται κτήριο του 3ου αι. π.Χ. ενώ στη θέση «Κουρτζή» εντοπίστηκαν το μεγάλο νεκροταφείο και ναός του Απόλλωνα και της Ήρας. Το σημαντικότερο μνημείο της Μυτιλήνης ήταν το θέατρο, που χτίστηκε στο φυσικό κοίλωμα της νότιας κλιτύος, κοντά στην κορυφή του λόφου, τον 3ο αι. π.Χ. Η πόλη επεκτάθηκε στο λόφο της Αγ. Κυριακής και οι πιο εύπορες κοινωνικές τάξεις έχτιζαν ευρύχωρες και πολυτελείς επαύλεις με τοιχογραφίες και εξαιρετικής τέχνης ψηφιδωτά, όπως και κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Εντός των τειχών της ελληνιστικής πόλης αποκαλύπτεται το σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης με πήλινους αγωγούς. Σημαντικό τεχνικό έργο ήταν το εντυπωσιακό υδραγωγείο της Ρωμαϊκής περιόδου, με το οποίο μετέφεραν το νερό από απόσταση 30 περίπου χλμ. στην πόλη της Μυτιλήνης.
2.2. Βυζαντινή και Μεσαιωνική περίοδος
Καθ' όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου η Λέσβος ανέπτυξε σημαντική εμπορική δραστηριότητα και πνευματική ζωή, χάρη στα μοναστηριακά της κέντρα (π.χ. Μονή Μυρσινιώτισσας). Ωστόσο, πειρατικές επιδρομές καθώς και επιδρομές Αράβων καταπόνησαν το νησί και έπληξαν την οικονομία. Ο πληθυσμός του νησιού την περίοδο αυτή μειώθηκε σημαντικά. Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους, η Λέσβος ακολούθησε τη μοίρα των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου και αποτέλεσε τμήμα της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης. Το 1247 επανήλθε στους Βυζαντινούς, αλλά το 1355 παραχωρήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο στους Γενουάτες υπό τη διοίκηση του οίκου των Γατελούζων, ως προίκα για τη Μαρία Παλαιολόγου.
2.3. Οθωμανική και Νεότερη περίοδος
 Το 1462 η Λέσβος κατακτήθηκε από τουςΟθωμανούς. Οι πρώτοι αιώνες της ένταξής της στην Οθωμανική Αυτοκρατορία χαρακτηρίζονται από οικονομική παρακμή. Θα ήταν όμως υπερβολικό να υποστηριχθεί ότι η πνευματική κίνηση απουσίαζε εντελώς από το νησί. Στο α΄ μισό του 16ου αιώνα άνθησε η Μονή Λειμώνος, η οποία εξελίχθηκε σε πνευματικό κέντρο του νησιού. Η κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Ρωσία στο Ρωσο-οθωμανικό πόλεμο του 1768-1774 και την υπογραφή της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, τα αποτελέσματα της οποίας ήταν ευεργετικά για το εμπόριο. Τότε η παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα του νησιού πέρασε σε μεγάλο βαθμό στα χέρια των ελληνορθοδόξων, με αποτέλεσμα το νησί να γνωρίσει ραγδαία αστική ανάπτυξη. Την οικονομική ανάπτυξη ακολούθησε η πνευματική ακμή του νησιού. Το 18ο αιώνα η άνθηση των γραμμάτων ήταν σημαντική. Εξέχουσα πνευματική προσωπικότητα της εποχής ήταν ο Βενιαμίν ο Λέσβιος, κεντρική προσωπικότητα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Το 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα η οικονομική και η αστική ανάπτυξη του νησιού έφτασε στο απόγειό της, στηριγμένη κυρίως στη μονοκαλλιέργεια της ελιάς, στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και στις στενές εμπορικές σχέσεις με τα μικρασιατικά παράλια. Από αυτή την περίοδο προέρχονται τα νεοκλασικά αρχοντικά που συναντάμε μέχρι σήμερα στην πόλη της Μυτιλήνης. Το 1912 η Λέσβος καταλήφθηκε από ελληνικές δυνάμεις και ενσωματώθηκε επίσημα στην Ελλάδα το 1923 με τη συνθήκη της Λοζάνης.
Το 1922 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η Λέσβος υπήρξε τόπος εγκατάστασης προσφύγων. Η μαζική έλευση προσφύγων αναδιοργάνωσε τις κοινωνικές δομές και την κατανομή του πληθυσμού, ενώ δεν έλειψαν οι εντάσεις μεταξύ ντόπιων και προσφύγων, με αιχμή κυρίως την κάρπωση των οθωμανικών κτημάτων. Παρά τη δύσκολη ιστορική συγκυρία, η Λέσβος ανέπτυξε ακμάζουσα πνευματική ζωή στα Νεότερα χρόνια. Μεταξύ των σημαντικότερων λογοτεχνών και καλλιτεχνών των Νεότερων χρόνων συγκαταλέγονται οι Λέσβιοι Στρατής Μυριβήλης, Ηλίας Βενέζης, Αργύρης Εφταλιώτης, Οδυσσέας Ελύτης, Φώτης Κόντογλου και ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ.
2.3.1. Αγιάσος
 Η γραφική κωμόπολη της Αγιάσου οικοδομήθηκε κατά το Μεσαίωνα στο κεντρικό τμήμα του νησιού, 26 χλμ. δυτικά της Μυτιλήνης, στους βορειοανατολικούς πρόποδες του όρους Όλυμπος. Η γύρω φύση παρουσιάζει μοναδική ευφορία και βλάστηση, που σε συνδυασμό με τις κρύες πηγές παρέχουν στους κατοίκους τη δυνατότητα κάθε καλλιέργειας. Ευδοκιμούν ποικίλα οπωροφόρα δέντρα, πεύκα, ελιές, καστανιές, καρυδιές. Η απότομη και επικλινής πλαγιά του Ολύμπου επέβαλε την αμφιθεατρική αρχιτεκτονική διάταξη και τη στατική αλληλοϋποστήριξη των σπιτιών. Οι οικίες είναι στενομέτωπης πρόσοψης, διώροφες ή τριώροφες με μεγάλα πολύχρωμα παράθυρα και λιακωτό, το επονομαζόμενο «σαχνισίνι», για να δέχονται τον ήλιο. Τα μπαλκόνια είναι ξύλινα, με φουρούσια (προεξοχές του τοίχου για τη στήριξη των μπαλκονιών). Τα σπίτια φέρουν όλα περίτεχνες καμινάδες καμωμένες από τούβλο και κεραμιδένιες στέγες. Οι δρόμοι που συνδέουν τις οικίες και τα καταστήματα είναι όλοι στενοί, λιθόστρωτοι, με καλντερίμι για την εύκολη άνοδο των ζώων.
Στον τομέα της παιδείας η Αγιάσος πολύ νωρίς έδωσε το στίγμα της. Το 1773 ιδρύθηκε σχολή, όπου φέρεται να διδάσκει ο Ακίνδυνος Ιβηρίτης, καλλιεργώντας την έφεση των κατοίκων στα γράμματα. Αργότερα, ιδρύθηκε το αναγνωστήριο «η Ανάπτυξις» με ιδιόκτητο θέατρο και μεγάλη βιβλιοθήκη.
Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει τον παραδοσιακό οικισμό είναι η λαϊκή τέχνη και ιδιαιτέρως η αγγειοπλαστική. Φυτικά και σπανιότερα γραμμικά θέματα που αποδίδονται με ζωηρά χρώματα και επιμέλεια στη γραμμή στολίζουν τα διακοσμητικά σκεύη καθημερινής χρήσης. Αναπτύχθηκαν επίσης η ξυλογλυπτική, η υφαντική και η μουσική.
Πέρα όμως από το λαϊκό πολιτισμό, η Αγιάσος οφείλει τη φήμη της σε πανελλήνια κλίμακα κυρίως στο μοναστήρι της Παναγίας, που βρίσκεται στο κέντρο του οικισμού. Το περίφημο εικόνισμα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας, σύμφωνα με την παράδοση, θεωρείται έργο του Ευαγγελιστή Λουκά, που ο αυτοκρατορικός ιερωμένος Αγάθων ο Εφέσιος μετέφερε από την Ιερουσαλήμ το 803 μ.Χ. Η εικόνα φέρει την επιγραφή «Μήτηρ Θεού Αγία Σιών», μία από τις ονομασίες της Ιερουσαλήμ.
Στην παραφθορά της «Αγίας Σιών» οφείλει το όνομά του ο οικισμός της Αγιάσου. Το εικόνισμα προοριζόταν για την Αγία Σοφία ή για το παλάτι της Κωνσταντινούπολης, όμως η επικράτηση της εικονομαχίας ανέκοψε την κίνηση του Αγάθωνα και η εικόνα, μαζί με τρία ακόμη ιερά κειμήλια, έναν ασημένιο σταυρό με τίμιο ξύλο, ένα χειρόγραφο ευαγγέλιο του 5ου αι. μ.Χ. και λείψανα του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη έφτασε στην Αγιάσο. Το 1170 ο Κωνσταντίνος Βαλέριος έδωσε την άδεια να χτιστεί η εκκλησία της Παναγίας. Η σημερινή εκκλησία οικοδομήθηκε «επί των παλαιών θεμελίων» το 1814.
Η λεσβιακή λογιοσύνη μάς χάρισε τις πιο μεστές περιγραφές του κορυφαίου πανηγυριού και τη νυχτερινή πεζοπορία των «ταμένων» στην «Παναγιά την Αγιασώτισσα», ανήμερα το Δεκαπενταύγουστο. Ο Καισάριος Δαπόντες, περιγράφοντας την προσκυνηματική κίνηση, εικονογραφεί την απήχηση που είχε και στους χριστιανούς της Ανατολής γράφοντας: «Η Σμύρνη και η Ανατολή και η Έφεσος και η Χίος χύνονται εις την εορτήν ετούτη ετησίως».
(Άννα-Μαγδαληνή Αργύρη)
2.3.2. Βιομηχανία
 Η οικονομία της Λέσβου υπήρξε για δεκαετίες άρρηκτα συνδεδεμένη με τα απέναντι μικρασιατικά παράλια, καθώς το νησί βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία μέχρι το 1912.
Την περίοδο από τα μέσα του 19ου μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σημειώθηκε ραγδαία ανάπτυξη της βιομηχανίας στη Λέσβο: χτίστηκαν ελαιοτριβεία, σαπωνοποιεία, αλευρόμυλοι κ.ά. Η οικονομική άνθηση του νησιού στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό στη μονοκαλλιέργεια της ελιάς. Οργανώθηκαν βιομηχανίες και βιοτεχνίες που επεξεργάζονταν τα προϊόντα και υποπροϊόντα του ελαιοκάρπου και δημιουργήθηκαν σημαντικά εμπορικά δίκτυα τα οποία διοχέτευαν τα τοπικά προϊόντα στα Βαλκάνια, την Ευρώπη, τη Μικρά Ασία κ.α.
 Το 1912 η Λέσβος είχε 110 ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, 6 πυρηνελαιουργεία, 42 σαπωνοποιεία και 25 βυρσοδεψεία. Από τη δεκαετία του 1930 εντοπίζονται και ορυχεία λευκολίθου σε ορισμένες περιοχές του νησιού, στις οποίες σώζονται ακόμα εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις, βαγονέτα, στοές, εκσκαφές και αποθέματα από την παλιά εξορυκτική δραστηριότητα (περιοχή Βασιλικών).
Από το 1912 μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή, η οικονομία του νησιού στράφηκε σταδιακά από τη Μικρά Ασία στην Ελλάδα. Η αστάθεια της καλλιέργειας της ελιάς οδήγησε από το 1960 και μετά σε δραματική μείωση του πληθυσμού της Λέσβου. Σήμερα η οικονομία του νησιού στρέφεται γύρω από την επεξεργασία αγροτικών προϊόντων (λάδι, τυροκομικά προϊόντα, αλίπαστα, ούζο, κρασί) και τον τουρισμό.
(Μαρία Μαυροειδή)
2.3.3. Ελαιουργία
Τη λεσβιακή φύση καθορίζει κατά μεγάλο μέρος η καλλιέργεια της ελιάς από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Αρχειακές πηγές και περιηγητικά κείμενα παρουσιάζουν το νησί «ελαιόφυτον» κατά την Αρχαιότητα, ενώ τα αρχαιολογικά τεκμήρια, όπως παραστάσεις κλάδου ελιάς σε πολυτελή αγγεία της Ελληνιστικής εποχής, ενισχύουν τη διαπίστωση της ευδοκίμησης του ελαιοδένδρου στη νήσο.
Οι κάτοικοι του νησιού, οποιασδήποτε κοινωνικής θέσης, δέθηκαν με την παραγωγή του λαδιού. Η αντοχή της ελιάς και του λαδιού στο χρόνο επιτρέπει την ασφαλή αποθήκευση, καθώς και την πολλαπλή χρήση του, ως φωτιστικού και θερμαντικού μέσου, αλλά και συμπληρωματικού και αναπληρωματικού της τροφής. Η ίδια η ελιά ως δέντρο προμηθεύει με τα φύλλα της την τροφή των ζώων και με το ξύλο, όπως και με τον ελαιοπυρήνα, την καύσιμη ύλη.
Η εκτεταμένη καλλιέργεια της ελιάς, αρχικώς στην κεντρική Λέσβο και αργότερα (16ος αιώνας) στα νότια και ανατολικά γεωγραφικά διαμερίσματα, προσδιορίζει την αγροτική δραστηριότητα, τις κοινωνικές δομές και στηρίζει τη λεσβιακή οικονομία ως τις μέρες μας. Η φροντίδα της ελιάς απαιτεί χρόνο και συχνά αποτελεί αποκλειστική απασχόληση των κατοίκων καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αν λάβουμε υπόψη και την απαιτούμενη φροντίδα του χωραφιού και το κλάδεμα των δέντρων, προκειμένου να εξασφαλιστεί το λεγόμενο «μαξούλι», δηλαδή η καλή σοδειά κατά τη χειμερινή περίοδο.
Η σύνθλιψη του ελαιοκάρπου καθώς και η παραγωγή και φύλαξη του λαδιού συντελούνται στα ελαιοτριβεία. Τα βρίσκουμε στα όρια των οικισμών ή στα επίνεια των κωμοπόλεων, όπου συχνά αλληλοεξυπυρετούνται οι συναφείς βιομηχανικές δραστηριότητες των υποπροϊόντων του λαδιού, τα σαπωνοποιεία, βυρσοδεψεία και πυρηνελαιουργεία.
Ως ιστορικό στοιχείο, δηλωτικό της ραγδαίας ανάπτυξης της καλλιέργειας της ελιάς, πρέπει να επισημανθεί η καταγραφή του 1888, που αριθμεί 18 ατμοκίνητα ελαιοτριβεία ενώ εκείνη του 1912 αναφέρει 110. Η πλούσια παραγωγή του λαδιού συνεπάγεται και τη δημιουργία αξιόλογης εμπορικής κίνησης. Όλος ο 18ος αιώνας χαρακτηρίζεται από κίνηση του προϊόντος προς τη Γαλλία και συγκεκριμένα τη Μασσαλία. Το 1881 οι εξαγωγές από τα λιμάνια του νησιού υπολογίζονταν σε 18-20 εκατομμύρια φράγκα.
Ωστόσο, η εξάρτηση από τις μονοκαλλιέργειες συχνά δημιουργεί προβλήματα. Τον Ιανουάριο του 1850 «κάηκε»» μεγάλο ποσό ελαιοδένδρων λόγω της απότομης πτώσης της θερμοκρασίας και η παραγωγή του έτους καταστράφηκε ολοσχερώς, γεγονός που επέφερε μεγάλη οικονομική κρίση στο σύνολο της λεσβιακής κοινωνίας. Ωστόσο, η ελιά αποτελεί ακόμη και σήμερα καθοριστικό στοιχείο της οικονομίας του νησιού.
(Άννα-Μαγδαληνή Αργύρη)
2.3.4. Ελαιοτριβεία: Από τις «πέτρες» στις «μηχανές»
 Η Λέσβος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της εξέλιξης της τεχνολογίας του λαδιού και της μετάβασης από το προβιομηχανικό στο βιομηχανικό στάδιο. Μάλιστα σώζονται ακόμα αρκετά σημάδια αυτής της μετάβασης (κτήρια, μηχανήματα).
Τα προβιομηχανικά ελαιοτριβεία (ονομάζονταν «πέτρες» από τους ντόπιους) αποτελούνταν από το χειροκίνητο ή ζωοκίνητο μύλο με τις μυλόπετρες, όπου αλέθονταν οι ελιές, και τα χειροκίνητα πιεστήρια (ή «μπασκιά») που ήταν ξύλινα αρχικά και αποσπούσαν το λάδι από τον ελαιοπολτό.
Μετά την ολοσχερή καταστροφή που υπέστησαν τα ελαιόδεντρα του νησιού το 1850 λόγω παγετού, η μονοκαλλιέργεια της ελιάς επεκτάθηκε ακόμα και στα πιο δυσπρόσιτα μέρη. Έτσι, η αύξηση της ελαιοπαραγωγής, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια του συστήματος των χειροκίνητων ελαιόμυλων, ώθησαν στην εκμηχάνιση των ελαιοτριβείων.
Το 1879 περίπου άρχισαν να λειτουργούν τα πρώτα ατμοκίνητα ελαιοτριβεία (οι «μηχανές») στο νησί. Στα εργοστάσια αυτά μπήκαν ένα ή δύο ζεύγη μυλόπετρες, 2-4 υδραυλικά πιεστήρια με τον αντίστοιχο αριθμό αντλιών για να τα κινούν και προστέθηκε ένα σύστημα μετάδοσης της κίνησης συνδεδεμένο με μία ατμομηχανή. Τοπική ιδιομορφία της λεσβιακής ελαιουργίας είναι ο κοινοτικός χαρακτήρας πολλών βιομηχανικών μονάδων.
Από τα μέσα του 20ού αιώνα οι ατμομηχανές αντικαταστάθηκαν από πετρελαιομηχανές και τοποθετήθηκαν φυγοκεντρικοί ελαιοδιαχωριστήρες κοντά στα πιεστήρια, για να εξασφαλίζεται ο πλήρης διαχωρισμός του λαδιού από το νερό.
Ο ηλεκτρισμός κατάργησε τους μύλους και τα πιεστήρια. Σήμερα πια τα ελαιοτριβεία αποτελούνται από σπαστήρες και φυγοκεντρικά εκθλιπτήρια που επιταχύνουν τις διαδικασίες.
2.3.5. Σαπωνοποιία
Η Λέσβος είχε ειδικευτεί από τα τέλη του 19ου αιώνα στην παραγωγή ελαιοσάπουνων με σύγχρονες τεχνικές και διέθετε τα προϊόντα της στις αγορές της Κωνσταντινούπολης, των παραλίων της Μικράς Ασίας και τις πόλεις της Μαύρης θάλασσας. Η παραγωγή σαπουνιού στο νησί άκμασε την περίοδο 1875-1895, ενώ από το 1912 περιορίστηκε.
Τα σαπωνοποιεία της Λέσβου χρησιμοποιούσαν ελαιόλαδο και πυρηνέλαιο, που υπήρχαν σε αφθονία στο νησί, από τα οποία έφτιαχναν σκληρό λευκό και πράσινο σαπούνι αντίστοιχα.
Ο χαρακτηριστικός εξοπλισμός ενός σαπωνοποιείου, που βλέπουμε και σήμερα σε όσα σώζονται στο Πέραμα, στο Πλωμάρι κ.α., αποτελείται από το σαπωνοκάζανο (κυλινδρικό ή κωνικό καζάνι από χοντρές λαμαρίνες), στο οποίο ετοιμαζόταν το σαπούνι, τον αναδευτήρα για την ανάμειξη του σαπουνιού με αρωματικές ουσίες ή ταλκ και τις χειρόπρεσες που το σφράγιζαν με τη φίρμα του κατασκευαστή. Η εκμηχάνιση των σαπωνοποιείων στη Λέσβο ξεκίνησε μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1920.
Η δεκαετία του 1960 σήμανε τη μεγάλη υποχώρηση των σαπουνιών σε παγκόσμιο επίπεδο, αφού από τότε κυριάρχησαν τα απορρυπαντικά και τα υγρά σαπούνια.
(Μαρία Μαυροειδή) 3. Αρχαιολογικοί χώροι και μνημεία
3.1. Αρχαιότητα
 Οι αρχαιότερες μαρτυρίες της ανθρώπινης παρουσίας στη Λέσβο βρέθηκαν στο σπήλαιο του Αγ. Βαρθολομαίου και χρονολογούνται στην Τελική Νεολιθική περίοδο. Από την 4η χιλιετία π.Χ. η Λέσβος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο Αιγαίο. Την εποχή της Πρώιμης και Μέσης Χαλκοκρατίας, ο οργανωμένος οικισμός της Θερμής υπήρξε ένα από τα κέντρα του λεγόμενου «τρωικού πολιτισμού». Οι έξι οικοδομικές φάσεις πρώιμου αστικού χαρακτήρα, η συνεκτικότητα του πολεοδομικού ιστού, το πλήθος και η ποιότητα των ευρημάτων καταδεικνύουν τη σπουδαιότητα του οικισμού.
Οι πληροφορίες από τις φιλολογικές πηγές και τα αρχαιολογικά δεδομένα, που υπάρχουν διάσπαρτα σε όλο το νησί, μαρτυρούν την οικονομική και κοινωνική ευρωστία της Λέσβου στους Αρχαϊκούς χρόνους. Από τον 8ο αι. π.Χ. σε όλα τα κτίσματα κυριαρχεί το πολυγωνικό σύστημα δόμησης της «λέσβιας τοιχοποιίας». Από τα λείψανα που σώζονται σημαντικά είναι τα αψιδωτά ιερά της Μυτιλήνης, της Μήθυμνας, της Πύρρας και της Άντισσας, τα σπίτια της Μήθυμνας και της Αποθήκας, οι αναλημματικοί μνημειακοί τοίχοι αγροτικού χαρακτήρα της Ερεσού, της Αποθήκας και της Μήθυμνας. Όμοιας τοιχοποιίας είναι επίσης οι πύργοι και τα οχυρά, που είναι διάσπαρτα σε όλη τη λεσβιακή ύπαιθρο. Η παράδοση συνεχίστηκε ως το τέλος του 4ου αι. π.Χ., όπως τεκμηριώνεται από τα τείχη της Μυτιλήνης αυτής της εποχής, όπου ο πολυγωνικός τρόπος δόμησης διατηρείται περισσότερο ως ανάμνηση και αντανάκλαση του ύφους της Αρχαϊκής εποχής.
Οι φιλολογικές μαρτυρίες και τα ανασκαφικά δεδομένα προσδιορίζουν τη λατρεία του Ναπαίου Απόλλωνος στους δύο αρχαϊκούς αιολικούς ναούς που βρέθηκαν στην Κλοπεδή. Στην επικράτεια της αρχαίας Πύρρας βρίσκεται ο «ναός των Μέσων», που οι αρχαίες πηγές τον μνημονεύουν ως «κέντρο παλλεσβιακής λατρείας και επαφής» και κατά την Ελληνιστική περίοδο αποτέλεσε την έδρα του «κοινού των Λεσβίων». Στα δρώμενα, που τελούσαν στο τέμενος, απηύθυναν ευχές για την εύγονη επιβίωση των αιολικών γενών και οι «Λεσβίδες κρίνονταν για την ομορφιά τους στριφογυρίζοντας στο χορό». Σε αρχιτεκτονικά λείψανα, που πιθανότατα ανήκουν σε βωμό των Αρχαϊκών χρόνων, θεμελιώθηκε ο ιωνικός ψευδοδίπτερος ναός του τεμένους, που χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ. Κατά την Ύστερη Αρχαιότητα ο σηκός μετατράπηκε σε παλαιοχριστιανική κοιμητηριακή βασιλική, στα λείψανα της οποίας χτίστηκε μεσοβυζαντινός ναός. Σήμερα στον ίδιο χώρο συνεχίζεται η λατρεία με το προσκύνημα του Ταξιάρχη.
Ελάχιστα είναι τα μνημεία της Κλασικής περιόδου που σώζονται, λόγω της μεταγενέστερης οικιστικής δραστηριότητας. Τα σημαντικότερα ευρήματα προέρχονται από το Ιερό της Δήμητρας, τη βόρεια νεκρόπολη της Μυτιλήνης, τα νεκροταφεία της Πύρρας και της Ερεσού. Κτηριακά κατάλοιπα σώζονται στην αρχαία πόλη της Αρίσβης και σποραδικά στη Μυτιλήνη, τη Μήθυμνα και την Ερεσό.
Στην πόλη της Μυτιλήνης, στην κορυφή του λόφου της Αγίας Κυριακής, χτίστηκε, κατά την Πρώιμη Ελληνιστική περίοδο, το αρχαίο θέατρο, που όπως φαίνεται από τα ανασκαφικά δεδομένα έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στη ζωή της πόλης. Σε αυτό λάμβαναν χώρα όλα τα σημαντικά γεγονότα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Ο θρίαμβος του Ρωμαίου στρατηγού Πομπήιου έγινε στο θέατρο της Μυτιλήνης με μεγαλοπρέπεια γύρω στο 66 π.Χ., αφού νίκησε το βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη.
Το θέατρο είναι σημαντικό για το ρόλο που διαδραμάτισε στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Ο Πομπήιος θαύμασε την αρχιτεκτονική του θεάτρου και το 55 π.Χ. έχτισε ένα όμοιο θέατρο στη Ρώμη.
Στο πλαίσιο του εξωραϊσμού των πόλεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας χτίστηκε το υδραγωγείο της Μυτιλήνης με το καλύτερα σωζόμενο τμήμα του στην αγροτική περιοχή του οικισμού της Μόριας, όπου η μνημειακή τοξοστοιχία του, ύψους 27 μ. και μήκους 170 μ., γεφυρώνει τη γραφική κοιλάδα, διευκολύνοντας τη μεταφορά νερού από τις πηγές του Ολύμπου στη Μυτιλήνη.
Μετά την επέκταση της πόλης της Μυτιλήνης το 2ο αι. π.Χ., η περιοχή γνώρισε μεγάλη οικονομική άνοδο, όπως φαίνεται από τα πλούσια ευρήματα και τις επαύλεις με τα θαυμάσια ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες. Η χτιστή ιχθυοδεξαμενή που αποκαλύφθηκε κοντά στο νότιο λιμάνι της Μυτιλήνης με την επιμελημένη τοιχοποιία χρονολογείται στη Ρωμαϊκή περίοδο. Είναι το μοναδικό μνημείο αυτής της κατηγορίας στο βόρειο Αιγαίο.
3.1.1. Αιολικός ρυθμός
Αιολικός ονομάζεται ο αρχιτεκτονικός ρυθμός που ευδοκίμησε στο γεωγραφικό χώρο της λεγόμενης Αιολίδας, δηλαδή στο μικρασιατικό αιγιαλό από την Τροία έως τη Σμύρνη, καθώς και στο νησί της Λέσβου, όπου ήρθαν στο φως τα περισσότερα και σημαντικότερα μνημεία του αιολικού ρυθμού.
Δύο αιολικοί ναοί των Αρχαϊκών χρόνων έχουν ερευνηθεί στην ορεινή θέση της Κλοπεδής Λέσβου, που ταυτίστηκαν με το ιερό του λεγόμενου Ναπαίου Απόλλωνος. Από τα αιολικά κιονόκρανα, που βρέθηκαν στην πόλη της Μυτιλήνης, στην Ερεσό και στην αγροτική περιοχή του παραδοσιακού οικισμού της Νάπης, αποδεικνύεται η πυκνότητα των κτισμάτων αιολικού ρυθμού, που ήταν διάσπαρτα σε ολόκληρη τη Λέσβο. Ωστόσο, και στη μικρασιατική Αιολίδα σώζονται τα λείψανα ναών αιολικού ρυθμού Αρχαϊκής εποχής. Στη Σμύρνη, στη Λάρισα του Έρμου, καθώς και στην πόλη Νεάνδρια, νότια της Τροίας, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως αρχιτεκτονικά λείψανα του ρυθμού αυτού. Στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης βρίσκεται ένα κιονόκρανο από μεγάλο αιολικό κτίσμα, που προέρχεται από το Κάστρο της Μυτιλήνης. Ο αιολικός ρυθμός αποτέλεσε μια ιδιαίτερη έκφραση του ελληνικού πολιτισμού στο χώρο της Ανατολής. Τυπολογικά, πρόκειται για μια παραλλαγή του ιωνικού ρυθμού, με κύριο χαρακτηριστικό το κιονόκρανο. Ο ραδινός αιολικός κίονας ήταν αρράβδωτος ενώ τη βάση του διακοσμούσαν πέταλα άνθους ή αστράγαλος πάνω από τη σπείρα. Το αιολικό κιονόκρανο, που από ορισμένους ερευνητές ονομάζεται πρωτοϊωνικό, φέρει δύο έλικες και ανάμεσά τους σχηματίζεται ένα ανθέμιο. Στους οφθαλμούς των ελίκων υπήρχαν ένθετα λίθινα ή μεταλλικά κοσμήματα.
Το αιολικό κιονόκρανο δίνει την εντύπωση φυτικού σχηματοποιημένου κοσμήματος. Κατάγεται από ανατολικά πρότυπα και πιθανόν συμβόλιζε το «δέντρο της ζωής». Ο αιολικός ρυθμός επηρεάζει τόσο την όμορη και ευρύτερη περιοχή της Μικράς Ασίας όσο και τον ηπειρωτικό κορμό του ελλαδικού χώρου. Αυτό καταδεικνύουν τα αιολικά κιονόκρανα που έχουν βρεθεί στη χερσόνησο της Αλικαρνασσού της Μικράς Ασίας, στην Κύπρο, στη Θάσο, στη Δήλο, στην Πάρο, στην περιοχή Συκάμινο του Ωρωπού, στην Ακρόπολη, στην Αγορά και στον Κεραμεικό της Αθήνας. Ωστόσο, ως κόσμημα, το αιολικό κιονόκρανο με εγχάρακτη ή γραπτή απόδοση έγινε ο κανόνας στις επιστέψεις των επιτύμβιων στηλών της Αρχαϊκής περιόδου. Οι μεγάλοι αγγειογράφοι του 6ου αι. π.Χ. χρησιμοποίησαν το αιολικό κιονόκρανο ως διακοσμητικό στοιχείο στις μελανόμορφες παραστάσεις των αγγείων τους, κυρίως για να στολίσουν αρχιτεκτονικά μέλη και έπιπλα.
3.2. Παλαιοχριστιανική, Βυζαντινή και Μεσαιωνική περίοδος
 Η Παλαιοχριστιανική, Βυζαντινή και Μεσαιωνική περίοδος είναι πολύ σημαντική για τη Λέσβο. Πλήθος οικοδομημάτων μοναστηριακού χαρακτήρα και βασιλικές σε όλη τη Λέσβο επιβεβαιώνουν την εδραίωση της χριστιανικής πίστης. Στα σημαντικότερα μνημεία αυτής της εποχής συμπεριλαμβάνονται η μονή της Παναγίας Μυρσινιώτισσας του 13ου αι. μ.Χ. και η Μονή Λειμώνος του 16ου αι. μ.Χ., των οποίων οι συλλογές περιλαμβάνουν σημαντικούς θησαυρούς, όπως αυτοκρατορικά χειρόγραφα, εικόνες και άλλα κειμήλια. Τοιχογραφίες του ίδιου αιώνα και αξιόλογες εικόνες διατηρούνται και στο καθολικό της Μονής Περιβολής. Στην περιοχή της Άντισσας βρίσκεται η Μονή Υψηλού και στην περιοχή της Ερεσού η Μονή Πιθαρίου. Εντυπωσιακά μεγάλος είναι ο αριθμός των παλαιοχριστιανικών βασιλικών στη Λέσβο. Μεταξύ αυτών γνωστότερες είναι του Αγίου Ανδρέα του 5ου αι. μ.Χ. και του Αφεντέλλη στη Σκάλα Ερεσού.
Τα πιο γνωστά μοναστηριακά συγκροτήματα της Λέσβου είναι η Παναγία της Αγιάσου του 8ου αι. μ.Χ. και ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου.
Το μοναστήρι των Ταξιαρχών, στην περιοχή του Μανταμάδου, χρονολογείται από τους μελετητές στο 18ο αιώνα και οφείλει την ιδιαιτερότητά του στη σπάνια για την ορθόδοξη χριστιανική τέχνη ανάγλυφη εικόνα του αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Τα μοναστήρια της Λέσβου λεηλατήθηκαν ή ερημώθηκαν από τις επιθέσεις των Σαρακηνών και κατόπιν από τους Οθωμανούς. Ωστόσο, η προσπάθεια ανασύστασης των μοναστηριών κατά το 16ο αιώνα επανέφερε πολλά σε λειτουργία και κατά έναν τρόπο συνεχίζεται ως σήμερα.
Από την καταστροφή και την ερήμωση που προκάλεσαν οι πειρατικές επιδρομές έμειναν αλώβητα τα κάστρα του νησιού, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουν εκείνα της Μυτιλήνης και της Μήθυμνας, που εντάχθηκαν αργότερα, μαζί με το μεταγενέστερο κάστρο του Σιγρίου, στο αμυντικό δίκτυο του νησιού. Το κάστρο της Μυτιλήνης, ένα από τα μεγαλύτερα της Ανατολικής Μεσογείου, που βρίσκεται στο ανατολικό άκρο της πόλης, θεμελιώθηκε επί Ιουστινιανού στα ερείπια της αρχαίας οχύρωσης και χτίστηκε με υλικό από αρχιτεκτονικά μέλη αρχαίων οικοδομημάτων.
3.2.1. Πρωτοχριστιανικές εκκλησίες
Η γεωγραφική γειτνίαση της Λέσβου με τον ανατολικό κόσμο, και ως εκ τούτου η μεταξύ τους στενή επικοινωνία και οι εμπορικές συναλλαγές, κατέστησαν το νησί γέφυρα για τη μετάδοση της νέας θρησκείας από τα μεγάλα χριστιανικά κέντρα της Ανατολής προς τον κυρίως ελλαδικό κορμό. Επιπροσθέτως, η παράδοση συνδέει τον εκχριστιανισμό της νήσου με τη σύντομη παραμονή του αποστόλου Παύλου στη Μυτιλήνη το 58 μ.Χ., στο πλαίσιο της τρίτης του περιοδείας.
Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όπου πραγματοποιήθηκε μετατροπή αρχαίων ναών σε χριστιανικές εκκλησίες, έτσι και στη Λέσβο ο ψευδοδίπτερος ναός του Μέσσου μετατράπηκε σε χριστιανική βασιλική, μετά την καταστροφή της οποίας στην ίδια θέση οικοδομήθηκε μικρό εκκλησάκι.
Σε όλη την έκταση του νησιού εντοπίστηκαν πάνω από 100 παλαιοχριστιανικά μνημεία και κυρίως εκκλησίες, από τα οικοδομικά λείψανα των οποίων διαφαίνεται η οικονομική ευρωστία της Λέσβου και κατά την περίοδο αυτή. Στα παλαιοχριστιανικά θρησκευτικά κτίσματα ακολουθείται η τυπολογία της καθιερωμένης εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για το συριακό τύπο της δρομικής τρίκλιτης βασιλικής με ξύλινη στέγη. Εγκάρσια στο σώμα της εκκλησίας υπάρχει στη δυτική πλευρά μακρόστενος νάρθηκας. Στο εσωτερικό της ανατολικής πλευράς διαμορφώνεται ημικυκλική αψίδα, που είτε διατηρεί εξωτερικά το ημικυκλικό της σχήμα είτε σχηματίζει πολύεδρο. Συχνά μάλιστα εγγράφεται στον ανατολικό τοίχο του κυρίως εκκλησιαστικού κτίσματος. Αξιόλογα ψηφιδωτά δάπεδα, που φέρουν φυτικά, γεωμετρικά και ζωικά θέματα, στολίζουν το μεσαίο κλίτος. Τη σχεδιαστική και χρωματική σύνθεση, και γενικά τη διάρθρωση του συνόλου, διέπουν αφενός η λιτότητα και η απουσία εμφαντικών στοιχείων και αφετέρου η καλή ποιότητα της εκτέλεσης.
Από τις σημαντικότερες πρωτοχριστιανικές βασιλικές της Λέσβου είναι των Αργάλων με τα προσκτίσματά της, επίσης της Κρατήγου κοντά στο αεροδρόμιο της σημερινής πόλης, του Μέσου, καθώς και της Αχλαδερής στον κόλπο της Καλλονής. Ιδιαίτερα εντυπωσιακή για τα ψηφιδωτά δάπεδα του 5ου αιώνα είναι η βασιλική του Αγίου Ανδρέα στο Επίνειο της Ερεσού. Στο ψηφιδωτό δάπεδο μια αφιερωματική επιγραφή αναφέρει χορηγό τον επίσκοπο Μυτιλήνης Ιωάννη, που συμμετείχε στη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431 μ.Χ. Αξιοσημείωτες είναι επίσης οι βασιλικές του Αφεντέλλη και αυτή στη Σκάλα Ερεσού, του Αγίου Δημητρίου στο Υψηλομέτωπο, του Αγίου Γεωργίου στο Χαλινάδο, κοντά στον οικισμό της Αγίας Παρασκευής, και της Αγίας Αναστασίας στην Κλειού. Τμήμα παλαιοχριστιανικής βασιλικής ήρθε στο φως στην πόλη της Μυτιλήνης, στην οδό Περγάμου, και πλησίον αυτής, στην περιοχή Λαδάδικα, ανασκάφηκε χριστιανικός ναός που οικοδομήθηκε στα θεμέλια ρωμαϊκών λουτρών του 3ου αιώνα.
Το γεγονός ότι οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές χρησιμοποιούνται στη λατρεία έως το 17ο αιώνα δικαιολογεί, κατά τους μελετητές, την απουσία βυζαντινών εκκλησιών. Μετά την καταστροφή των εκκλησιών αυτών χτίστηκαν στα ερείπιά τους μικρά εκκλησάκια ή προσκυνητάρια που ο διαβάτης συναντά σήμερα στα χωριά.
3.2.2. Το κάστρο της Μήθυμνας
 Το κάστρο της Μήθυμνας είναι χτισμένο πάνω στα αρχαία λείψανα της οχύρωσης, στην κορυφή του λόφου, και επιστέφει τον αμφιθεατρικό παραδοσιακό οικισμό του Μολύβου.
Θεμελιώθηκε κατά τους Βυζαντινούς χρόνους πάνω στα ερείπια της αρχαίας οχύρωσης, κυρίως της νότιας πλευράς. Κατά μια εκδοχή, ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα επί του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, γνωστού για την οικοδομική του δραστηριότητα. Το 1128 κυριεύτηκε από τους Ενετούς και από το 1204 έως το 1287 ήταν υπό την κατοχή του Βαλδουίνου Β΄ της Φλάνδρας. Κατά μια άλλη άποψη, το κάστρο χτίστηκε μετά τα μέσα του 13ου αιώνα με σκοπό να καταστεί δυνατή η αντιμετώπιση των Τούρκων και Φράγκων επιδρομέων. Πάντως, στα τέλη του 13ου αιώνα πέρασε στα χέρια των Καταλανών. Το 1373 ο Γατελούζος Φραγκίσκος Α΄ επέφερε ενισχύσεις και επισκευές στο κάστρο. Η σημερινή μορφή του κάστρου είναι αποτέλεσμα των εργασιών του 14ου αιώνα και των οθωμανικών προσθηκών μετά το 1462.
Το κάστρο της Μήθυμνας έχει σχήμα ακανόνιστου τραπεζίου, με πλευρά 70 μ. Το μεγαλύτερο μέρος του είναι δομημένο κατά το ψευδοϊσόδομο σύστημα τοιχοποιίας. Χρησιμοποιήθηκαν μεγάλοι λαξευμένοι λίθοι από βασαλτικό πέτρωμα. Η βορειοανατολική πλευρά παρουσιάζει ομαλότερο έδαφος, που επέβαλε την οικοδόμηση υψηλότερων προτειχισμάτων για την εξασφάλιση μεγαλύτερης προστασίας. Για ασφαλέστερη οχύρωση οικοδομήθηκαν σε πυκνή διάταξη δέκα υψηλοί πύργοι τετράγωνης και κυκλικής κάτοψης περιμετρικά του φρουρίου. Στη νοτιοδυτική πλευρά υπάρχει εξωτερικό προτείχισμα και η πρόσβαση στο φρούριο γίνεται σταδιακά μέσω τριών διαδοχικών πυλών. Η πρώτη πύλη ανοίγεται στο νοτιότερο άκρο του εξωτερικού περιβόλου. Είναι οθωμανικής κατασκευής, όπως συνάγεται από εντοιχισμένη επιγραφική μαρτυρία. Στο πάνω μέρος φέρει ως κάλυψη οξύληκτο τόξο. Μεταξύ του εξωτερικού αυτού περιβόλου και του εσωτερικού δημιουργείται αύλειος χώρος εν είδει τάφρου.
Αρχειακές πηγές και περιηγητικά κείμενα ρίχνουν φως στην ιστορία του φρουρίου. Ο Bernard Randolph σημειώνει την καλή κατάστασή του και επιβεβαιώνει πως ήδη το 1687 είχε διαμορφωθεί η τάφρος και είχε λάβει την παρούσα μορφή. Αναφέρει μεταξύ άλλων: «Είναι καλά οχυρωμένο κατά τον αρχαίο τρόπο, με τα πολύ υψηλά τείχη και με ισχυρή φρουρά. Έχει πύργους, μία τάφρο χωρίς νερό με ένα χαμηλό τοίχο γύρω της και μία κινητή γέφυρα, που είναι η μόνη είσοδος στο φρούριο». Η προσέγγιση στη δεύτερη πύλη γίνεται από ελαφρώς ανηφορικό θολοσκέπαστο δρόμο, το λεγόμενο «διαβατικό», κατά τη συνήθεια της οθωμανικής αμυντικής αρχιτεκτονικής, που οδηγεί σε υπαίθριο επιμήκη χώρο. Αυτός ο αύλειος χώρος προστατεύεται ένθεν και ένθεν από τα εσωτερικά τείχη και τα μεταπύργια. Ακολουθεί η τρίτη κατά σειρά είσοδος, η κυρία μνημειακή πύλη του κάστρου, που χρονολογείται στο 14ο αιώνα. Είναι καμωμένη από χοντρό ξύλο που φέρει επικαλύψεις από μετάλλινες πλάκες. Στο χώρο που διαμορφώνεται εκατέρωθεν της λίθινης αψίδας της είναι η θέση για τις καταχύστρες, από όπου οι πολιορκούμενοι έριχναν βαριές μπάλες, λιωμένη πίσσα ή καυτό λάδι στους πολιορκητές.
Το εσωτερικό του κάστρου χωρίζεται σε διάφορα επίπεδα. Από την εποχή του Βυζαντίου σώζεται υπόγεια υδροδεξαμενή μεγάλου μεγέθους με τοξωτή επιστέγαση. Αυτή εξασφάλιζε πόσιμο νερό στους πολιορκημένους. Από την εποχή της οθωμανικής κυριαρχίας διατηρείται στο νότιο τμήμα της εισόδου ένα τριμερές κτίσμα με θόλο. Χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή, ενώ σύμφωνα με άλλη εκδοχή είχε χρήση πυριτιδαποθήκης. Στο ανατολικό τμήμα της κύριας εισόδου υπάρχει ένα κτίσμα, επίσης της Οθωμανικής περιόδου, αποτελούμενο από τέσσερις χώρους. Στο βόρειο τμήμα του φρουρίου δύο ακόμη οικοδομήματα αποτελούσαν πιθανότατα καταλύματα της φρουράς. Επίσης, ένα χώρο υγιεινής μαρτυρεί αποχετευτικός αγωγός. Σε πολλά σημεία των τειχών ο επισκέπτης θα παρατηρήσει εντοιχισμένες πλάκες που φέρουν επιγραφές ή άλλα διακριτικά.
3.3. 17ος-20ός αιώνας
Η εκκλησία της Παναγίας Γλυκοφιλούσας, χτισμένη στον υψηλότερο βραχώδη λόφο του παραδοσιακού οικισμού της Πέτρας, οικοδομήθηκε το 1609 και επισκευάστηκε το 1747. Τοποθετημένη στην κορυφή του βράχου, καλεί τον προσκυνητή να ανέβει τα 114 σκαλιά, για να θαυμάσει τη θέα που απλώνεται ως τις μικρασιατικές ακτές.
Το νεότερο εκκλησάκι της Παναγιάς της Γοργόνας, που είναι χτισμένο στο βραχώδες ακρωτήριο του παραδοσιακού οικισμού της Συκαμναίας, συνδέεται με τη λογοτεχνική παράδοση της Λέσβου και συγκεκριμένα με το Στρατή Μυριβήλη. Από αυτό το εκκλησάκι και το δράμα τον προσφύγων ο συγγραφέας εμπνεύστηκε το έργο του «Παναγιά η Γοργόνα», όπου συντίθεται η γλαφυρή περιγραφή του πολύχρωμου λεσβιακού τοπίου με την τρέχουσα ιστορία και την ηθογραφική αναπαράσταση της εποχής.
Το Γενί Τζαμί, που βρίσκεται στην περιοχή της Επάνω Σκάλας, οικοδομήθηκε το 1823-1828 και αποτελεί δείγμα οθωμανικής αρχιτεκτονικής.
Τα Αρχοντικά, ιδιωτικές κατοικίες των πλούσιων κατοίκων της Λέσβου, που «κοσμούν» τη Μυτιλήνη και πολλές οικιστικές ενότητες του νησιού, είναι τα σύμβολα της οικονομικής ισχύος και του κοινωνικού κύρους της άρχουσας τάξης των αρχών του 20ού αιώνα, που διαχειρίζονταν τα κοινοτικά, εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά πράγματα της νήσου. Τα εκλεκτικιστικά στοιχεία αυτών των κτηρίων ερμηνεύουν τις επιδράσεις που δέχτηκε το νησί από την επικοινωνία με την κεντρική Ευρώπη. Η πολυδάπανη συντήρηση συνέβαλε στην αλλαγή της χρήσης. Σήμερα λίγα από αυτά παραμένουν οικίες. Τα περισσότερα έγιναν ξενοδοχεία, κέντρα πολιτιστικών εκδηλώσεων ή στέγασαν Υπηρεσίες. Το σημαντικό για την εσωτερική του διαρρύθμιση και τις τοιχογραφίες του Αρχοντικό της Βαρελτζίδαινας, στην Πέτρα, σήμερα είναι Μουσείο.
(Άννα-Μαγδαληνή Αργύρη)
3.3.1. Οθωμανικά λουτρά
Τα λουτρά συγκαταλέγονταν στα πρώτα έργα που οι Οθωμανοί κατασκεύαζαν μόλις κατακτούσαν μια πόλη. Η λειτουργία τους ήταν άμεσα συνυφασμένη με τη μουσουλμανική θρησκεία, καθώς το Κοράνι επέβαλε την καθαριότητα δύο φορές την εβδομάδα, θεωρώντας ότι εξαλείφει τα αμαρτήματα της ψυχής. Το «χαμάμ», δηλαδή το δημόσιο λουτρό, ήταν κάτι πολύ σημαντικότερο από ένα απλό λουτρό. Ήταν ένας χώρος απόλυτα συνδεδεμένος με την καθημερινή ζωή της πόλης, που μπορούσαν να τον επισκεφθούν άντρες και γυναίκες από κάθε κοινωνική τάξη, καταγωγή και θρησκεία. Τα δημόσια λουτρά είχαν μνημειακό χαρακτήρα και ιδρύονταν ως αφιερώματα από αξιωματούχους. Πέρα από την καθαρά λειτουργική σημασία τους, ήταν τόποι κοινωνικής συναναστροφής, μόρφωσης, επικοινωνίας και διασκέδασης και για τα δύο φύλα. Για τους άντρες ήταν ο χώρος των επαγγελματικών συμφωνιών. Ιδιαιτέρως όμως για τις γυναίκες ήταν η κυριότερη κοινωνική εκδήλωση, που τους έδινε την ευκαιρία να ξεφύγουν για λίγο από το κλειστό περιβάλλον του σπιτιού αλλά και να κανονίσουν συνοικέσια.
Η οργάνωση του χώρου διακρίνεται σε τρία βασικά μέρη: το αποδυτήριο, το χλιαρό διαμέρισμα για την προσαρμογή του σώματος σε ζεστή θερμοκρασία και τέλος το θερμό διαμέρισμα. Αυτά συμπληρώνονταν και από βοηθητικούς χώρους για τις επιμέρους διαδικασίες φροντίδας του σώματος. Χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία των χαμάμ αποτελούν οι θόλοι της οροφής τους, που διατηρούσαν τη θερμοκρασία του χώρου σταθερή και διακοσμούνταν από φεγγίτες διάφορων σχημάτων για το φωτισμό του χώρου.
Στην πόλη της Μυτιλήνης υπήρχαν τρία λουτρά, χτισμένα στο βορειοδυτικό τμήμα της Επάνω Σκάλας: το μεγάλο λουτρό της Αγοράς (çarşı hamam), που χρονολογείται στις αρχές του 19ου αιώνα, το λουτρό που βρίσκεται στη συμβολή των οδών Ηρακλείας και Καραβαγγέλη, του 19ου αιώνα, καθώς και ένα τρίτο του 17ου αιώνα, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα οικοδομήματα του Κάστρου.
Από αυτά, ιδιαιτέρως μνημειακού χαρακτήρα είναι το λουτρό της Αγοράς στη σημερινή οδό Ερμού, τον παλιό εμπορικό δρόμο της Μυτιλήνης, δίπλα στο μεγαλύτερο τζαμί της πόλης, το Γενί Τζαμί (Yeni Cami). Πρόκειται για ένα μεγάλο οθωμανικό χαμάμ των μέσων του 19ου αιώνα με πληθώρα τρούλων. Οι πολυάριθμοι φεγγίτες, με τους οποίους είναι διάτρητοι οι θόλοι, τα διακοσμητικά μοτίβα στις κόγχες του εσωτερικού, όπως και οι μαρμάρινοι πάγκοι και το σιντριβάνι, συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας ιδιαίτερα εντυπωσιακής εικόνας.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του λουτρού στη συμβολή των οδών Ηρακλείας και Καραβαγγέλη είναι ο χώρος εισόδου-αποδυτηρίων, που πρέπει να ήταν διώροφος με ένα είδος περιμετρικού παταριού. Το λουτρό του Κάστρου δεν εμφανίζει ιδιαίτερες κατασκευαστικές ιδιομορφίες. Πιθανολογείται ότι ανοικοδομήθηκε στη θέση κάποιου παλαιότερου. Η επισκευή και συντήρησή του εντάσσονται στο πλαίσιο της γενικότερης συντήρησης του Κάστρου, που έχει ξεκινήσει ήδη από τη δεκαετία του 1970.
Από τα λουτρά που σώζονται ακόμη στο υπόλοιπο νησί ξεχωρίζει αυτό του κάστρου της Μήθυμνας στο Μόλυβο λόγω των μεγάλων του διαστάσεων και της επιμελημένης διακόσμησης. Βρίσκεται στο κέντρο του σημερινού οικισμού, κοντά στο çarşı cami ή Μεγάλο Τζαμί και είναι προσπελάσιμο από μικρή πάροδο της οδού Κάστρου μέσω μιας σκάλας. Αναφορές σχετικά με τη χρονολογία κατασκευής του δεν υπάρχουν. Είναι λιθόκτιστο και οι σημερινοί σοβάδες οφείλονται σε ανακαίνιση κατά τη δεκαετία του 1960.
Άλλα λουτρά έχουν εντοπιστεί στο εγκαταλελειμμένο χωριό Κλαπάδο, όπου σώζεται μικρό λουτρό σε ερειπιώδη κατάσταση, καθώς και στο εσωτερικό του οικισμού των Παρακοίλων, όπου βρίσκεται εγκαταλελειμμένο –και άγνωστο σε πολλούς– λουτρό μικρών διαστάσεων με αξιόλογα μορφολογικά και διακοσμητικά στοιχεία.
(Ελένη Μπαζίνη) 4. Παραδοσιακή και νεότερη αρχιτεκτονική
4.1. Δομικά έργα και υλικά
Από το τέλος του 18ου αιώνα, οι ενοριακές εκκλησίες, χτισμένες στον αρχιτεκτονικό ρυθμό της βασιλικής, βρίσκονται στο κέντρο των οικισμών και αποτελούσαν κέντρο αναφοράς ολόκληρης της κοινότητας. Οι εκκλησίες, που οικοδομήθηκαν «επί των παλαιών θεμελίων», επέφεραν αλλαγές στον αρχιτεκτονικό τύπο, στα πλαίσια της ανακαινιστικής αντίληψης της εποχής, όπως τεκμηριώνεται από τις επιγραφές των εκκλησιών. Στο πλαίσιο της οικοδομικής ανασύστασης των εκκλησιών εντάσσεται η εισαγωγή δυτικών στοιχείων, που επιβάλλει τη λιτή γραμμή της «νεοβασιλικής», όπως τα στοιχεία γοτθικού ρυθμού της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου Μυτιλήνης και του Ταξιάρχη Μανταμάδου.
Σημαντική κατηγορία οικοδομημάτων της Λέσβου του 19ου αιώνα, που συνεχίζουν τη λειτουργία τους ως τα σήμερα, είναι τα ελαιοτριβεία, για τη σύνθλιψη του ελαιοκάρπου, την παραγωγή και φύλαξη του λαδιού. Μια καταγραφή του 1912 απαριθμεί στη Λέσβο 110 ατμοκίνητα ελαιοτριβεία, λογική αναλογία με τη γεωγραφική κατανομή των 11.000.000 περίπου ελαιοδένδρων. Τα ελαιοτριβεία οικοδομήθηκαν με βάση τον αρχιτεκτονικό ρυθμό των αγγλικών εργοστασίων με τις υψηλές καπνοδόχους καμωμένες από τούβλο ή ακολουθούν το λιτό τυπολογικό χαρακτήρα της δρομικής βασιλικής. Είναι χτισμένα στα όρια των οικισμών και στα επίνεια των κωμοπόλεων, δίπλα σε σαπωνοποιεία, βυρσοδεψεία και πυρηνελαιουργεία.
Στα μνημειακά οικοδομήματα δημόσιου χαρακτήρα, της περιόδου 1840-1912, συμπεριλαμβάνονται το παλιό Διοικητήριο, σημερινό Υπουργείο Αιγαίου, το Δικαστικό μέγαρο και τα Σχολεία. Τα σημαντικότερα είναι το 1ο Γυμνάσιο Μυτιλήνης, «νεοκλασικού» ρυθμού που ανεγέρθηκε το 1840, έργο του αρχιτέκτονα Αργύρη Αδαλή, το Σχολείο Καλλονής του 1890 και της Αγίας Παρασκευής του 1830.
Κατά τη θερινή περίοδο οι πλούσιοι γαιοκτήμονες μετέβαιναν στις εξοχικές συνοικίες της Μόριας, των Παμφύλων και τις Θερμής. Εκεί διέμεναν στους Πύργους, που συχνά ήταν χτισμένοι στην άκρη εύφορου κτήματος, συνήθως με οπωροφόρα δέντρα. Το τείχος που περιβάλλει τα αγροκτήματα με τους πύργους είναι τις περισσότερες φορές υψηλό, για την προστασία των καρποφόρων από τους ανέμους που επικρατούν στα νησιά του Αιγαίου και για την εξασφάλιση της ιδιωτικής ζωής των αστών. Οι πύργοι ήταν κτίσματα οχυρωματικού χαρακτήρα, υψηλά διώροφα και με ισόγειο χωρίς παράθυρα. Ο δεύτερος όροφος είχε ξύλινο κλειστό πρόβολο, το γνωστό «σαχνισίνι». Στο ισόγειο, «κατώι», φύλαγαν το λάδι και τα τρόφιμα, στον πρώτο όροφο, «μεσόδωμα», ήταν εγκατεστημένο το μαγειρείο και τα δωμάτια για τις υπηρέτριες «παρακόρες». Ο δεύτερος όροφος, άνω δώμα, χρησίμευε για την υποδοχή των ξένων και τη διαμονή της οικογένειας. Την κύρια είσοδο έκλεινε η επιβλητική χοντρή ξύλινη πόρτα, που κλείδωνε με τεράστιο σιδερένιο κλειδί και την ασφάλιζε η «αμπάρα». Από τα καλύτερα σωζόμενα παραδείγματα πύργων είναι των Δ. Νιάνια, Μ. Σάλτα, Π. Βοστάνη, Π. Αλαμανέλλη, Δ. Καραπιπέρη και άλλων.
Την αρχιτεκτονική διάταξη και την εσωτερική διαρρύθμιση τόσο των οικιών των μεγαλοαστών όσο και του λαϊκού πληθυσμού του νησιού, συμπροσδιορίζουν η μορφολογία του εδάφους και η αγροτική δραστηριότητα των κατοίκων. Τη στατική αλληλοϋποστήριξη των σπιτιών και το συνεχές οικοδομικό σύστημα επιβάλλει η επιλογή μιας οικιστικής εγκατάστασης σε απότομες, επικλινείς πλαγιές, που και αυτή με τη σειρά της οφείλεται σε ιστορικούς λόγους (προστασία από πειρατικές επιδρομές). Στα πεδινά χωριά, οι αγροτικές ασχολίες επιβάλλουν τη διατήρηση της αυλής και βοηθητικών κτισμάτων, όπως αχερώνες, «πλυσταριά» κ.ά. Συχνά το κυρίως κτίσμα, το σπίτι, είναι στενομέτωπης πρόσοψης, διώροφο ή τριώροφο με πολλά και μεγάλα παράθυρα, συχνότατα με κλειστό πρόβολο, το «λιακωτό» ή «σαχνισίνι», που θεωρείται ανατολικό δάνειο. Το ισόγειο χρησίμευε για την αποθήκευση της σοδειάς και του λαδιού σε πιθάρια, τα «κιούπια», που ήταν μισοχωμένα στο έδαφος. Στον ίδιο χώρο αποθήκευαν τις «καλαθίδες» για το μάζεμα, τις «τέμπλες» για το ράβδισμα της ελιάς, και «πυρήνα», το καύσιμο για τα «μαγκάλια» τις κρύες μέρες του χειμώνα.
Τα υλικά οικοδομής για όλα τα λεσβιακά κτίσματα ήταν εγχώρια. Ηφαιστειακά πετρώματα, όπως ο πολύχρωμος τραχείτης, χρησιμοποιήθηκαν στο δυτικό και βόρειο τμήμα της Λέσβου. Ο ασβεστόλιθος, «μαρμαρόπετρα», χρησιμοποιήθηκε στα χωριά της Γέρας, ο σχιστόλιθος στο Πλωμάρι και ο ερυθρόχρωμος μιστεγνιώτικος λίθος στο ανατολικό τμήμα του νησιού. Η επονομασία ορισμένων λίθων που χρησιμοποιήθηκαν στην αρχιτεκτονική της Λέσβου μαρτυρεί τον τόπο προέλευσης, όπως η «φωκιανή» πέτρα, το «σαρμοσάκι», που είναι εισαγωγές από τις μικρασιατικές ακτές.
Αξιόλογα δείγματα λαϊκής οικιστικής αρχιτεκτονικής αποτελούν οι υδροκίνητοι μύλοι και οι βρύσες, σκορπισμένες παντού, από τις οποίες μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περίτεχνες οθωμανικές βρύσες, συχνά με επιγραφές και φυτικά διακοσμητικά θέματα.
Ενδιαφέροντα είναι τα λίθινα γεφύρια, όπως το γεφύρι της Αγίας Παρασκευής. Σημαντικό είναι το οδικό δίκτυο με τα λιθόστρωτα (καλντερίμια) σε όλο το νησί, με καλύτερο σωζόμενο παράδειγμα στην ύπαιθρο την «πατωμένη» της Αγιάσου. Παρόμοια λιθόστρωτα βρίσκονται σχεδόν σε όλους τους παραδοσιακούς οικισμούς.
(Άννα-Μαγδαληνή Αργύρη) 4.2. Επισκόπηση της αρχιτεκτονικής στη Λέσβο
 Το νησί της Λέσβου παρουσιάζει ένα δομημένο περιβάλλον υψηλής αισθητικής, το οποίο αρχιτεκτονικά συγγενεύει με εκείνο που αναπτύχθηκε στα απέναντι παράλια και ουσιαστικά εντάσσεται στην ευρύτερη πολιτισμική ζώνη της Μικράς Ασίας και της Bαλκανικής.
Μεγάλο και πλούσιο νησί η Λέσβος, είχε πάνω από 100 οικισμούς που οργανώνονταν σε 8 ενότητες, σε καθεμιά από τις οποίες κυριαρχούσε ένα μεγαλύτερο οικιστικό κέντρο. Τα κέντρα αυτά ήταν η Μυτιλήνη, ο Μόλυβος, το Πλωμάρι, η Αγιάσος, ο Πολιχνίτος, η Ερεσός, η Καλλονή, η Σκαμνιά. Το στοιχείο που χαρακτήριζε την οικιστική της Λέσβου είναι ο αστικός χαρακτήρας, που οφειλόταν στην ανάπτυξη κατά τα Νεότερα χρόνια μιας ισχυρής μεσαίας κοινωνικής τάξης. Οι επιμέρους διαφοροποιήσεις στην αρχιτεκτονική κάθε ομάδας οικισμών σχετίζονταν με τη μορφολογία του τοπίου, τα υλικά δομής, την οικονομία και τις πολιτισμικές ιδιομορφίες κάθε περιοχής.
Η ερήμωση που ακολούθησε την κατάκτηση του 1462 διέλυσε το παλιότερο οικιστικό δίκτυο και τα μόνα ίχνη που διασώθηκαν από τη βυζαντινή Λέσβο περιορίστηκαν στα κάστρα της Μυτιλήνης, του Μολύβου και της Καλλονής. Δεν έχουμε αρκετά στοιχεία για τη μορφή της κατοικίας στη Λέσβο πριν από το 18ο αιώνα, ωστόσο φαίνεται ότι αυτή ακολουθούσε τον τύπο του μονώροφου ορθογώνιου κτηρίου που επικρατούσε και στο υπόλοιπο Αιγαίο. Με το τέλος της πειρατείας και την ανάπτυξη της ναυτιλίας και του εμπορίου, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για τη μετάβαση σε μια αρχιτεκτονική υψηλότερου τεχνολογικού επιπέδου, αυτή της κεραμοσκεπής, η οποία προέρχεται από τη βαλκανική και τη μικρασιατική οικοδομική παράδοση. Οι επιρροές αυτές ενισχύθηκαν από τη σημαντική παρουσία μουσουλμανικού πληθυσμού στο νησί, τις εισαγωγές οικοδομικών υλικών και τις ανταλλαγές μαστόρων με τα απέναντι παράλια.
Έως το τέλος του 19ου αιώνα επικράτησε στο νησί ο τύπος του διώροφου στενομέτωπου κτηρίου με τετράκλινη στέγη. Κύριο χαρακτηριστικό του τύπου αυτού είναι οι προεξοχές τμήματος του ορόφου που ονομάζονται «σαχνισίνια» ή «κρέμασες». Τα σαχνισίνια έχουν ξύλινο σκελετό και λεπτούς τοίχους από τσατμά ή μπαγδατί και υποστηρίζονται από ξύλινες ή σιδερένιες αντηρίδες. Είναι οι «ευγενέστεροι» χώροι της κατοικίας, δηλαδή οι χώροι υποδοχής και οι κρεβατοκάμαρες, και έχουν εσωτερική διακόσμηση ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του ιδιοκτήτη. Την ίδια περίοδο χτίστηκαν και τα μεγάλα αρχοντικά με γραμμικό χαγιάτι ή με κεντρικό ή σταυροειδές χαγιάτι. Η ανατολίτικη αρχιτεκτονική τους φανερώνει τη μεγαλύτερη επαφή του κατακτητή με τις ανώτερες τάξεις του νησιού, με μια παράλληλη επίδραση με δυτικά αρχιτεκτονικά ρεύματα κλασικισμού και μπαρόκ. Μια ιδιότυπη κατηγορία της λεσβιακής αρχιτεκτονικής είναι οι πύργοι, που τους συναντούμε σε αγροτικές περιοχές κοντά στην πόλη της Μυτιλήνης. Αποτελούσαν τη δεύτερη κατοικία εύπορων Τούρκων ή Ελλήνων και προέρχονταν από το γνωστό τύπο του μεσαιωνικού οχυρωματικού πύργου. Αναπτύσσονται καθ’ ύψος, σε τρεις περίπου ορόφους, με τετράγωνη κάτοψη, με τον τελευταίο όροφο να διαρθρώνεται ελεύθερα με τους χώρους εκτεινόμενους προς τα έξω με σαχνισίνια.
Οι μεταρρυθμίσεις που έδωσαν δικαιώματα γαιοκτησίας στους Έλληνες υπηκόους ευνόησαν τη δημιουργία μιας ισχυρής μεσαίας κοινωνικής τάξης, που στηριζόταν στην καλλιέργεια της γης, το εμπόριο και την οργάνωση της βιομηχανίας. Η βιομηχανική ανάπτυξη της Λέσβου, που αφορούσε κατά κύριο λόγο τον τομέα της επεξεργασίας του ελαιοκάρπου, επηρέασε σημαντικά τη φυσιογνωμία του δομημένου χώρου. Δημιουργήθηκε μεγάλο πλήθος αξιόλογων αρχιτεκτονικά βιομηχανικών κτηρίων και ενισχύθηκε ο αστικός χαρακτήρας των κατοικιών. Η ανάπτυξη του συνεταιρισμού εξασφάλισε στις τοπικές ελληνικές κοινωνίες τους πόρους για την ανέγερση σειράς κοινωφελών κτηρίων, σχολικών συγκροτημάτων και την κατασκευή εντυπωσιακού δικτύου λιθόστρωτων δρόμων στους οικισμούς, που διασώζεται μέχρι και σήμερα στο μεγαλύτερο μέρος του. Επιπλέον, μέσα από τις εμπορικές επαφές με την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, διαμορφώθηκε μια κοσμοπολίτικη νοοτροπία.
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα δύο μεγάλοι σεισμοί αλλά και μια σειρά πυρκαγιών ήταν οι αιτίες για την ανανέωση του κτηριακού δυναμικού. Οι Λέσβιοι, επιθυμώντας να ξεχωρίσουν από οτιδήποτε ανατολίτικο, στράφηκαν σε μια «λόγια» αρχιτεκτονική, επηρεασμένη από δυτικά αρχιτεκτονικά ρεύματα. Οι νέες αστικές κατοικίες απέκτησαν συμμετρία στην εσωτερική και εξωτερική διάρθρωση. Το σαχνισίνι σταδιακά αντικαταστάθηκε από ανοιχτό εξώστη. Το ισόγειο υπερυψώθηκε για τη δημιουργία ημιυπόγειου και έτσι η όψη διαρθρώθηκε κατά την κλασική αντίληψη σε βάση, κορμό και στέψη. Ο βασικός αυτός κτηριακός τύπος με μικρές παραλλαγές κυριάρχησε στη Λέσβο. Μεγάλη ποικιλία συναντούμε στις μορφολογικές επιλογές των κατοικιών. Νεοκλασικά στοιχεία από τη Δύση αναμείχθηκαν με τον τολμηρό εκλεκτικισμό της Σμύρνης, φανερώνοντας μια κοινωνία που είναι ανοιχτή σε επιρροές, αλλά έχει παράλληλα τάσεις επίδειξης και προβολής. Μερικές φορές αρχιτέκτονες από τη Μικρά Ασία αναλάμβαναν το σχεδιασμό των κατοικιών, ενώ στη Μυτιλήνη χτίστηκαν μεγαλοαστικά οικοδομήματα που αποτελούν αυτούσια μεταφορά προτύπων από προαστιακές κατοικίες της Βιέννης, του Βερολίνου και του Παρισιού.
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, η Λέσβος έχασε τη μικρασιατική της ενδοχώρα και η τοπική οικονομία δέχτηκε ισχυρό πλήγμα. Η πιεστική ανάγκη στέγασης μεγάλου αριθμού προσφύγων στις περιοχές που αρχικά έμενε τουρκικός πληθυσμός αλλοίωσε σημαντικά τη φυσιογνωμία της. Τα μεγάλα τουρκικά αρχοντικά γκρεμίστηκαν, οι τουρκικές κρήνες καταστράφηκαν. Μέχρι και σήμερα η οθωμανική πτυχή της λεσβιακής αρχιτεκτονικής που περιλαμβάνει τζαμιά, λουτρά, δημόσιες κρήνες μένει δυστυχώς ανενεργή και αναξιοποίητη. Η μεγάλη εσωτερική μετανάστευση και οι πολιτικές συνθήκες των μεταπολεμικών δεκαετιών κράτησαν τη Λέσβο σε μια οικοδομική στασιμότητα. Καθώς το νησί καθυστέρησε να αναπτυχθεί τουριστικά, η εικόνα αυτή διατηρήθηκε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η αρχιτεκτονική κληρονομιά της Λέσβου διατηρήθηκε έως και σήμερα σε υψηλά επίπεδα.
(Έφη Σαραντάκου) 5. Μουσεία
Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ είναι ο σημαντικότερος εκφραστής της λαϊκής τέχνης στην Ελλάδα. Στη φωτογραφία απεικονίζεται το έργο του : «Οδός Μιτυλήνης Επί Τουρκοκρατείας, τό 1888», 1932. Μουσείο Θεόφιλου, Βαρειά Μυτιλήνης.
|
|
© copyrights
Μουσείο Θεόφιλου, Βαρειά Μυτιλήνης |
|
|
Η πολιτισμική κληρονομιά του νησιού διασφαλίζεται και εκπροσωπείται από τα εκθέματα που φιλοξενούνται στις μουσειακές συλλογές της Λέσβου, δημόσιας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας.
Σήμερα, πέντε συνολικά συλλογές σε όλο το νησί δίνουν το στίγμα του αρχαίου πολιτισμού στη Λέσβο. Στην πόλη της Μυτιλήνης λειτουργεί το Αρχαιολογικό Μουσείο, σε δύο κτήρια που περιλαμβάνουν ευρήματα από την Τελική Νεολιθική ως τους Ύστερους Ρωμαϊκούς χρόνους, διασαφηνίζοντας το ρόλο που διαδραμάτισε το νησί στον αρχαίο κόσμο. Τα εκθέματα στεγάζονται στο παλαιό κτήριο, πρώην ιδιοκτησίας Βουρνάζου, λαμπρό δείγμα των αρχοντικών του 19ου αιώνα με υποστατικό και μεγάλο αύλειο χώρο, και στο νέο κτήριο, του 1995. Η έκθεση συμπληρώνεται από εποπτικό υλικό, χάρτες, επεξηγηματικά κείμενα και προπλάσματα, ενώ η επίσκεψη των παιδιών μεταβάλλεται σε ευχαρίστηση με τα εκπαιδευτικά προγράμματα. Στο φουαγέ του νέου κτηρίου συχνά οργανώνονται περιοδικές εκθέσεις ζωγραφικής ή φωτογραφίας Λέσβιων καλλιτεχνών, συνδέοντας τη νέα μουσειακή αρχιτεκτονική αντίληψη με την αρχαία ιστορία και προωθώντας το μουσειακό χώρο σε κέντρο πολιτισμού.
Μικρές συλλογές, στην Ερεσό και στη Νάπη, με ευρήματα από τις σωστικές ανασκαφές και λαογραφικό υλικό των αντίστοιχων περιοχών, συμπληρώνουν την εικόνα της αρχαίας και νεότερης κληρονομιάς.
Το πολιτισμικό απόθεμα των Βυζαντινών και Μεσοβυζαντινών χρόνων εκπροσωπείται από τα εκθέματα του Εκκλησιαστικού-Βυζαντινού Μουσείου της Μυτιλήνης, που στεγάζεται στο κτήριο των Φιλανθρωπικών καταστημάτων. Η έκθεση περιλαμβάνει εικόνες του 13ου-15ου αιώνα, ιερά σκεύη, άμφια, αντιμνήσια, αποτμήματα ξυλόγλυπτων τέμπλων άριστης ποιότητας, χειρόγραφα, ευαγγέλια και κειμήλια της εκκλησίας. Μεταξύ αυτών υπάρχει η εικόνα της Θεοτόκου, έργο του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου.
Στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης, στη Μυτιλήνη, φιλοξενούνται ορισμένα από τα έργα του Θεόφιλου, τοπικές ενδυμασίες, δείγματα πηλοπλαστικής, ξύλινα χρηστικά σκεύη, όπλα ιστορικής σπουδαιότητας, μεταξύ των οποίων και το ξίφος του Βενιαμίν του Λέσβιου. Η λαογραφική συλλογή στεγάζεται στο κτήριο του Παλαιού λιμεναρχείου της Μυτιλήνης.
Ενδιαφέρον έχουν οι συλλογές ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Στο «λεσβιακό σπίτι», που συγκροτήθηκε με την πρωτοβουλία της προέδρου του Συλλόγου Γυναικών Λέσβου, Μαρίκας Βλάχου-Μολίνου παρουσιάζεται το λεσβιακό νοικοκυριό του 1800-1900. Με την επιμέλεια του ίδιου Συλλόγου συγκροτήθηκε η έκθεση «λεσβιακής φορεσιάς και κεντήματος», σε κτήριο της οδού Κομνηνάκη. Η έκθεση περιλαμβάνει ενδύματα της Λέσβου του 19ουαιώνα, κεντήματα και προϊόντα της υφαντικής.
Στη Βαρειά ανεγέρθηκαν από το μεγάλο τεχνοκριτικό Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ το 1965 τα δύο σημαντικά Μουσεία Θεοφίλου και Τεριάντ. Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος, εμπνευσμένος από την ιστορία και το μύθο, ζωγράφιζε με τεχνοτροπικό «πρωτογονισμό», αποδίδοντας τα πρόσωπα και τα δυσανάλογα σώματα με ζωηρά χρώματα από οργανικές ύλες.
Ο Τεριάντ έδωσε το όνομά του στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης, που φιλοξενεί 29 σπάνια εικονογραφημένα βιβλία από τους μεγάλους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, Πικάσο, Ματίς, Μιρό, Λε Κορμπιζιέ, Σαγκάλ κλπ., με θέματα από τη Βίβλο και την ελληνική μυθολογία.
6. Λαϊκός πολιτισμός – Λαϊκή τέχνη
Η λαϊκή τέχνη εκπροσωπείται κατά μέγαλο μέρος από την αγγειοπλαστική. Η παράδοση της κεραμικής συνεχίζεται ως σήμερα. Χρησιμοποιούσαν τη «γραγούδα», για το μαγείρεμα των οσπρίων, και τα πήλινα «κουμάρια», με κάλυμμα ένα κλειστό κουκουνάρι, για να διατηρούν το νερό δροσερό. Φυτικά και σπανιότερα γραμμικά κοσμήματα, ενίοτε με ζωηρά χρώματα, υπάρχουν σε όλο το σώμα ή την κοιλιά των «κουμαριών», της «γραγούδας», της κανάτας, ή στο εσωτερικό των πιάτων. Τοπία του νησιού, θαλάσσιου ή δασώδους περιβάλλοντος, και ολόκληρες οικιστικές ενότητες εικονογραφούνται με εμπνευσμένους σχεδιασμούς και χρωματικούς συνδυασμούς.
Τα σημαντικότερα σύγχρονα εργαστήρια κεραμικής βρίσκονται στην Αγιάσο, στον Μανταμάδο, στο Ακρωτήρι και στον Άγιο Στέφανο. Η τέχνη της κεραμικής στην Αγιάσο αναπτύχθηκε, κυρίως, από τις πέντε γενιές των κεραμιστών Κουρτζήδων, στους οποίους προστέθηκαν το 1926 οι Μικρασιάτες Χατζηγιάννηδες. Ο Μανταμάδος εκπροσωπείται από την οικοτεχνία της οικογενείας Σταμάτη, στο Ακρωτήρι από την οικογένεια Αν. Αγά και στον Άγιο Στέφανο την τέχνη υπηρετεί η οικογένεια Κουβδή.
Η ξυλογλυπτική αναπτύχθηκε στη Λέσβο με την ίδια καλλιτεχνική έφεση και, στο πλαίσιο του εκκλησιαστικού εξοπλισμού, γνώρισε μεγάλη άνθηση στο νησί το 17ο αιώνα. Αρχικά σε πρόστυπο ανάγλυφο και με λιτό διακοσμητικό χαρακτήρα, διαμορφώνεται το λεγόμενο «στρωτό τέμπλο». Από το 18ο αιώνα, το ανάγλυφο μεταβάλλεται σε έκτυπο, σχεδόν ολόγλυφο, αποδίδοντας φυτικά διακοσμητικά θέματα ή θέματα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, διαμορφώνοντας το καλούμενο «κεντητό» ή «σκαλιστό στον αέρα». Ξυλόγλυπτο διάκοσμο έχουν επίσης οι δεσποτικοί θρόνοι, τα «παγκάρια», τα προσκυνητάρια και τα αρτοφόρια.
Η κοσμική ξυλογλυπτική αντιπροσωπεύεται από τις κασέλες, που χρησίμευαν για την αποθήκευση του οικιακού ρουχισμού και της ενδυμασίας. Γεωμετρικά και φυτικά επιπεδόγλυφα θέματα, συχνά συνδυασμένα με στοιχεία ζωγραφικής, διακοσμούν τις κασέλες, τα καθίσματα, ή τα μέτωπα των κρεβατιών, επισημαίνοντας την ποιότητα στην καθημερινή ζωή των αστών. Σήμερα, η παράδοση συνεχίζεται στα εργαστήρια της Αγιάσου και της Μυτιλήνης, χρησιμοποιώντας το ξύλο της ελιάς.
Από τα μέσα του 18ου αιώνα ως τις αρχές του 20ού η υφαντική τέχνη κάλυπτε όλες τις ανάγκες του οικιακού ρουχισμού και της διακόσμησης του σπιτιού. Χαρακτηριστικό των υφαντών είναι οι οριζόντιες και κάθετες γραμμές που ορίζουν το χώρο της διακόσμησης με γεωμετρικά ή φυτικά διακοσμητικά θέματα.
Η λεσβιακή φορεσιά είναι η αξιόπιστη ένδειξη της χρωματικής καλαισθησίας και ραπτικής επιδεξιότητας των Λεσβίων. Το υλικό ήταν πάντα ανάλογο με την εποχή. Τσόχα και μαλλί για το χειμώνα, μετάξι ή λινό για το καλοκαίρι. Την ανδρική ενδυμασία αποτελούσαν η βράκα, που ζωνόταν με το «ζουνάρι», το «γιλέκι» ή το μακρύ σακάκι, η «πατατούκα». Το απαραίτητο κάλυμμα της κεφαλής ήταν η «κατσούλα» ή το «φέσι». Οι προεστοί φορούσαν το «σαλβάρι». Το χειμώνα ήταν από σκουρόχρωμη τσόχα και το θέρος από λευκό λινομέταξο ύφασμα. Την ενδυμασία ολοκληρώνουν οι κάλτσες, γούνινες, μάλλινες ή λινές, και τα «σκαρπίνια», για την υπόδηση. Οι γυναίκες φορούσαν μακριά φαρδιά και πολύπτυχη φούστα, κάτω από την οποία το κεντημένο «μεσοφόρι». Το ανοιχτόχρωμο περικόρμιο καλυπτόταν από το καταστόλιστο «λιμπαντέ» ή το «καμιζόρι». Σε ορισμένες περιοχές του νησιού φορούσαν το «σαλβάρι» και το «ρουσικό», όπως ονομάστηκε το πουκάμισο από δαντέλα. Το κάλυμμα της κεφαλής ήταν το τσεμπέρι, το φέσι ή το χρυσοκέντητο «τεπέ» στρογγυλού σχήματος.
Η κυριότερη όμως έκφραση του λαϊκού πολιτισμού είναι η ζωγραφική. Στο εκκλησιαστικό πλαίσιο, η αγιογραφία ακολουθεί τα πρότυπα της βυζαντινής τεχνοτροπίας, ενώ παράλληλα δέχτηκε τις γόνιμες επιδράσεις της δυτικής και της νεορωσικής τέχνης, στοιχείο που καταδεικνύει τη διεθνή επικοινωνία του νησιού και την ικανότητα εκλεκτικιστικής αφομοίωσης. Ωστόσο, κύριος εκφραστής της λαϊκής ζωγραφικής ήταν ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, που αποτύπωσε στα έργα του με τα χρώματα την «αφελή» αντίληψη για τη λόγια εθνική παράδοση, αποδίδοντας τα πράγματα «όπως τα έβλεπε και όπως τα είχε ο νους του».
Ωστόσο, την περίοδο που ακολούθησε την καταστροφή του 1922 και όταν ο πόνος της Μικρασίας είχε «λουφάξει», όπως έγραψε ο λογοτέχνης Μ. Καμίτσος, η νήσος ανέδειξε αξιόλογους ζωγράφους, όπως τον Αντώνη Πρωτοπάτση, τον Ορέστη Κανέλλη, το Φοίβο Ανατολέα, το Στρατή Γαβαλά, το Μίλτη Παρασκευαΐδη και το Στρατή Αξιώτη, που στήριξαν την έμπνευσή τους στους ελαιώνες, στις γειτονιές των χωριών, στους δύο κόλπους της Καλλονής και της Γέρας, αλλά και στις τυραννισμένες μορφές των αγροτών.
Ο κρίκος όμως που θα συνδέσει τη λαϊκή τέχνη με την αγροτική κουλτούρα είναι η σάτιρα. Όργανο ο ιδιωματικός λόγος. Η αξιοποίηση του λεσβιακού γλωσσικού ιδιώματος στις κυριότερες παραλλαγές του, το Αγιασώτικο, το Πλωμαρίτικο και του Μανταμάδου, θα αποτελέσουν το ιδιαίτερο συστατικό για τη λεσβιακή σάτιρα. Διακωμωδείται και σαρκάζεται όχι μόνο η διάλεκτος της κάθε περιοχής, αλλά και η χρήση της από τα μέλη που συνθέτουν τη μικρή κοινότητα. Παρουσιάζεται δηλαδή επί τη ευκαιρία λαϊκών πανηγυριών η γλωσσική εκφορά του δημάρχου, του δασκάλου, της νοικοκυράς, της «ξιπασμένης» μεγαλοαστής, του αγρότη, τονίζοντας τη διαφορετικότητα και την κοινωνική ανισότητα. Η σάτιρα άνθησε κατά τη δημιουργική περίοδο μετά το 1922, και μέχρι σήμερα έχει την προτίμηση των φιλοτεχνικών θεατρικών ομίλων της νήσου.
(Άννα-Μαγδαληνή Αργύρη) 7. Το πανηγύρι του Ταύρου
Το πανηγύρι του Ταύρου είναι ένα από τα σημαντικότερα δρώμενα της παραδοσιακής ζωής στη Λέσβο. Γίνεται στην Αγία Παρασκευή προς τιμήν του Αγίου Χαραλάμπου και στον Μανταμάδο προς τιμήν του Ταξιάρχη. Το πανηγύρι διαρκεί τρεις μέρες και γιορτάζεται συνήθως το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου, πριν από την ημέρα της Αναλήψεως (της Αγίας Παρασκευής) ή την Κυριακή των Μυροφόρων (του Ταξιάρχη). Το ενδιαφέρον με το συγκεκριμένο πανηγύρι, και αυτό που το διαφοροποιεί από τα περισσότερα από τα υπόλοιπα που πραγματοποιούνται στον ελλαδικό χώρο, είναι ότι περιλαμβάνει ακόμη την πρακτική της ζωοθυσίας, και συγκεκριμένα της τελετουργικής θυσίας ενός ταύρου.
Η πρακτική της τελετουργικής ζωοθυσίας απέβλεπε ήδη από την Αρχαιότητα στη διασφάλιση της θείας εύνοιας και προστασίας για το οίκημα, την κοινότητα ή τον άνθρωπο για χάρη του οποίου επιτελούνταν. Ήταν κοινή πίστη ότι η ψυχή του συγκεκριμένου ζώου έπαιρνε άλλη μορφή, «στοίχειωνε» και λειτουργούσε ως αποτρεπτικό του κακού για το υποκείμενο που επικαλέστηκε την προστασία του. Κατ’ αντιστοιχία με γενικότερες πρακτικές, στο πανηγύρι του Ταύρου οι θυσίες πραγματοποιούνται άλλοτε εκ μέρους της κοινότητας και άλλοτε εκ μέρους κάποιου ιδιώτη ή οικογένειας, και τότε αφορούν ζητήματα υγείας. Συνακόλουθα το θυσιαζόμενο ζώο προέρχεται είτε από την κοινότητα είτε από ιδιώτη ή μερικές φορές από την ίδια την εκκλησία – και στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για «βακουφικό» ζώο.
Ενδιαφέρον στις περιπτώσεις των ζωοθυσιών στα Χριστιανικά χρόνια παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο τις αποδέχτηκε τελικά η εκκλησία. Οι αρχικές αντιδράσεις της ήταν απορριπτικές, τελικά ωστόσο αναγκάστηκε να υποχωρήσει εξαιτίας της έντασης και της μακράς ως τότε επιβίωσης των συγκεκριμένων εθιμικών πρακτικών. Στα Νεότερα χρόνια η συνηθισμένη πρακτική είναι να μετέχει και ο ιερέας στις θυσίες τόσο στις κοινοτικές όσο και στις ιδιωτικές. Ευλογεί το ζώο, στολισμένο και στεφανωμένο μπροστά στην εικόνα του αγίου στον οποίο προσφέρεται, και σε μερικές περιπτώσεις το θυσιάζει ο ίδιος. Από το αίμα του ζώου οι παρευρισκόμενοι σχηματίζουν το σύμβολο του σταυρού στο μέτωπο το δικό τους και των παιδιών τους καθώς και στην είσοδο του σπιτιού τους.
Στην Αγία Παρασκευή και στον Μανταμάδο της Λέσβου η θυσία του ταύρου και η παρασκευή του «κισκέκ» (παραδοσιακού φαγητού από το κρέας του ταύρου, αλεσμένο σιτάρι, ρεβύθι και πολύ κύμινο που μαγειρεύεται σε μεγάλα καζάνια και μοιράζεται εξίσου σε όλους τους παρευρισκομένους) είναι το αποκορύφωμα του τετραήμερου πανηγυριού, που πλαισιώνεται όμως και από άλλες δραστηριότητες, θρησκευτικές και κοσμικές. Το μαζικό προσκύνημα του Αγίου Χαραλάμπου ή του Ταξιάρχη αντίστοιχα από προσκυνητές που έχουν έρθει από όλη την Ελλάδα συνοδεύεται από εκκλησιαστικές λειτουργίες, λιτανεία αλλά και διοργάνωση ιπποδρομιών. Λέγεται ότι το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής έχει τις ρίζες του στο 18ο αιώνα, όταν ο Άγιος Χαράλαμπος έσωσε ένα ζευγά από την Αγία Παρασκευή που είχε χάσει τον ταύρο του στην περιοχή του ξωκλησιού του Αγίου και κόντευε να πέσει στα χέρια λήσταρχου της περιοχής. Από τότε λέγεται ότι το σινάφι (οι ζευγάδες του χωριού) διοργανώνει κάθε χρόνο το πανηγύρι και τα έσοδά του διατίθενται στην κοινότητα. Τέλος, χαρακτηριστικό στοιχείο και των δύο πανηγυριών είναι τα στολισμένα άλογα, που έχουν αναδειχθεί σε κεντρικής σημασίας σύμβολο για την επιτέλεση των πανηγυριών.
(Αιμιλία Σαλβάνου) 8. Το απολιθωμένο δάσος
Το «απολιθωμένο δάσος» αποτελεί το στολίδι των γυμνών βουνών της δυτικής Λέσβου. Εκεί η φυσιογνωμία του τοπίου διαφοροποιείται και η πλούσια βλάστηση, που χαρακτηρίζει την υπόλοιπη νήσο, δίνει τη θέση της στην άγονη φύση, με τους έντονους γεωλογικούς σχηματισμούς, όπου ευδοκιμούν μόνο παραποτάμια και φρυγανικά οικοσυστήματα με κυρίαρχο είδος την αστοιβή και ορισμένες ομάδες ήρεμης βελανιδιάς. Ωστόσο, έκταση 150.000 στρεμμάτων με διάσπαρτους απολιθωμένους κορμούς, με το ριζικό τους σύστημα σε πλήρη ανάπτυξη, κλαδιά και φύλλα συνθέτουν ένα άρτιο απολιθωμένο οικοσύστημα, ένα μοναδικό μνημείο της φύσης.
Η εν λόγω τοποθεσία ανήκει στην αγροτική περιοχή που ορίζει το νοητό τρίγωνο με κορυφές την Άντισσα, το Σίγρι, την Ερεσό, ενώ σποραδικά απολιθωμένα δένδρα υπάρχουν και στην περιοχή του Γαβαθά, στα Χύδηρα, στον Μεσότοπο και πέρα από τον κόλπο της Καλλονής. Πυκνότητα δέντρων παρουσιάζουν επίσης το νησάκι του Σιγρίου, η κοιλάδα μεταξύ του βουνού Λεσβάς και θάλασσας, που ονομάζεται Χαμανδρούλα, καθώς και οι προσβάσεις του βουνού Σκούληκας, τα Λίμενα και η Σαρακίνα. Επίσης, πλησίον των ακτών, μέσα στη θάλασσα άφθονοι απολιθωμένοι κορμοί διευρύνουν το ενδιαφέρον των γεωλόγων και παλαιοντολόγων και στον ενάλιο κόσμο.
Η δασική βλάστηση αντιστοιχεί στις φάσεις της ηφαιστειακής ηρεμίας που επικρατούσε στην περιοχή, έως ότου, πριν από περίπου 20 εκατομμύρια χρόνια, η εκρηκτική και εκχυτική φάση του ηφαιστειακού παροξυσμού παρουσίασε έντονη δράση και επέφερε την απολίθωση. Η ηφαιστειακή λάβα, η στάχτη και παρόμοια πυροκλαστικά υλικά παρασύρθηκαν από τις έντονες βροχοπτώσεις, που αποτέλεσαν μεταηφαιστειακή ενέργεια και δημιούργησαν μεγάλη λασπορροή ηφαιστειακών υλικών. Η ταχύτατη κίνηση των λασπορροών κάλυψε το πλούσιο και πυκνό τότε δάσος της δυτικής Λέσβου, απομονώνοντας από τις περιβαλλοντικές συνθήκες τους κορμούς, τα φύλλα, τους καρπούς και σε συνδυασμό με την υδροθερμική φάση, επέτρεψε την απολίθωση κάτω από ιδανικές συνθήκες. Αντικαταστάθηκαν τα μόρια της οργανικής φυτικής ουσίας από ανόργανο διοξείδιο του πυριτίου που περιείχαν τα υδροθερμικά ρευστά. Ευτύχημα αποτελεί το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία της απολίθωσης επέτρεψε την άρτια διατήρηση των μορφολογικών γνωρισμάτων όλου του απολιθωμένου οικοσυστήματος, όπως την εσωτερική δομή του ξύλου, το φυτικό ιστό και τους ετήσιους δακτύλιους των κορμών.
Τα απολιθωμένα δένδρα προκαλούν το ενδιαφέρον των μελετητών και των επισκεπτών με τη χρωματική τους εντύπωση. Ακόμη και σε ένα κομμάτι μιας τετραγωνικής παλάμης διακρίνονται οι αμέτρητες αποχρώσεις του μελανού, του κιτρινωπού, του μπλε, του καφέ, του ερυθρού, και η φυσική τους ανάμειξη, εικονογραφώντας τη χρωματική σύνθεση του μνημείου. Ο οπάλιος, που είναι το άμορφο διοξείδιο του πυριτίου, κυριαρχεί στους κορμούς, καθώς επίσης και άλλες παραλλαγές ημιπολύτιμων λίθων, όπως του αχάτη, του όνυχος, ή του ίασπη, ως αποτέλεσμα της πυριτικής απολίθωσης. Εντυπωσιακή επίσης είναι και η υφή των απολιθωμάτων, αφού είναι χαρακτηριστική η στιλπνότητά τους, που αντανακλά στον ήλιο. Αυτή η υαλώδης λάμψη του απολιθώματος οφείλεται επίσης στο καθαρό διοξείδιο του πυριτίου που διαπότισε τους φυτικούς ιστούς.
Από την καλή διατήρηση των μορφολογικών στοιχείων του απολιθωμένου πια δάσους μπορούμε να εξαγάγουμε πολύτιμα συμπεράσματα για το είδος της βλάστησης, την ποιότητα του κλίματος και τη γεωλογική ιστορία της δυτικής Λέσβου κατά την περίοδο εκείνη του μακρινού παρελθόντος. Κατόπιν συστηματικής μελέτης του μνημείου, προσδιορίστηκε το είδος και το γένος της απολιθωμένης χλωρίδας.
Η δασική βλάστηση αντιπροσωπεύεται από κωνοφόρα δένδρα, όπως είναι είδη πεύκου, κυπαρισσιού, πρωτοπευκίδες, (προγονική μορφή πεύκου, που ευδοκίμησε για πρώτη φορά στη Λέσβο) και ταξοδοΐδες. Οι ταξοδοΐδες, όπως σημειώνουν οι μελετητές, «ήταν γιγαντιαία δένδρα και αποτελούν προγονικές μορφές του σύγχρονου είδους σεκόια η αειθαλής» και προσθέτουν: «το είδος αυτό είναι ο μεγαλύτερος φυτικός οργανισμός, που έχει εμφανιστεί στη Γη και φύεται στις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών». Η σεκόια ευδοκίμησε στην Ευρώπη κατά την Τριτογενή γεωλογική διάπλαση και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Σήμερα το είδος αυτό, γνωστό ως redwood, διατηρείται στην Καλιφόρνια, στην Αριζόνα και την Ουτάχ των Ηνωμένων Πολιτειών, με ύψος που φτάνει και τα 100 μ. και έχει περιφέρεια 13 μ., αλλά είναι αδύνατη η αναπαραγωγή του. Επίσης, εντοπίστηκαν είδη φοίνικα, αλλά ανακαλύφθηκαν και αντιπρόσωποι δάφνης, πλατάνου, δρυός, οξιάς και λεύκης.
Από τα είδη αυτά των φυτικών οργανισμών που συνθέτουν το βοτανικό καθορισμό του δάσους, συμπεραίνουμε, κατά μεγάλη προσέγγιση, τις κλιματολογικές συνθήκες της ανάπτυξής του. Το κλίμα ήταν υποτροπικό και παρουσίαζε απότομη μεταβολή σε ηπειρωτικό θερμό, προσομοιάζοντας με αυτό της Νοτιοανατολικής Ασίας και της Νοτιοδυτικής Αμερικής. Ωστόσο, η επιστήμη επιχειρώντας να ερμηνεύσει τον τροπικό χαρακτήρα του κλίματος στη Λέσβο δεν αποκλείει τη μετατόπιση του άξονα της Γης, και με το ίδιο επιχείρημα ερμηνεύει και τα κοιτάσματα λιγνίτη στην Ανταρκτική και τα φυτά της εύκρατης ζώνης, που ανακαλύφθηκαν κάτω από τους πάγους της Γροιλανδίας.
Σε ό,τι αφορά το θέμα της ηλικίας των δέντρων ενδεικτικοί είναι οι συχνά ευδιάκριτοι αυξητικοί δακτύλιοι, που μαρτυρούν την ηλικία των δέντρων προτού τελεστεί η απολίθωση. Ωστόσο, ο καθορισμός της ηλικίας των απολιθωμάτων είναι δυνατός από τα ίχνη του ισότοπου άνθρακα (C14), που περιέχει το απολίθωμα.
Η πολιτεία εκτιμώντας σωστά τη γεωλογική, περιβαλλοντολογική και ιστορική σημασία του απολιθωμένου δάσους το έτος 1985 το κήρυξε Διατηρητέο Μνημείο της Φύσης (Π.Δ 443/85) και τα τμήματά του περιοχές απολύτου προστασίας. Ακολούθως, την ίδια χρονιά άρχισε η ανάδειξη του μνημείου υπό την αιγίδα της Διεύθυνσης Δασών Λέσβου και με τη συγχρηματοδότηση του Υπουργείου Γεωργίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναδείχθηκε σε «πάρκο απολιθωμένου δάσους» η έκταση 286 στρεμμάτων στη θέση «Μπαλή Αλώνια», γνωστή και ως «Κύρια Απολιθωμένη». Ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να περιηγηθεί στο απολιθωμένο δάσος από τις προβλεπόμενες διαδρομές επισκεπτών, καθώς και με τη βοήθεια εποπτικού υλικού και την απαιτούμενη σήμανση.
Στο γραφικό οικισμό του Σιγρίου, ιδρύθηκε το 1994 το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Απολιθωμένου Δάσους Λέσβου, πλούσιο σε εκθέματα υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού όπου διασφαλίζεται η μοναδικότητα του μνημείου.
Πλησίον του Μουσείου, σε έκταση 30 στρεμμάτων, βρίσκεται το Γεωπάρκο του Απολιθωμένου δάσους Σιγρίου. Εκεί παρουσιάζεται το ριζικό σύστημα πολλών απολιθωμένων δένδρων, καθώς και όρθιοι απολιθωμένοι κορμοί.
Συνεπώς, ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να παρατηρήσει, να μελετήσει και να απολαύσει τη φυσική ομορφιά ενός μοναδικού μνημείου, φημισμένου σε παγκόσμια κλίμακα, με το οποίο η φύση προίκισε το δυτικό άκρο της νήσου Λέσβου.
|
|
|
|
Ζωή ξένοιαστη και χαρούμενη. Δροσιά το πρωί, στη γαλανή θάλασσα. Γαλήνη τα δειλινά, με το πύρινο ηλιοβασίλεμα. Βάρκες και δίχτυα στο πέτρινο λιμάνι. Γλέντι τη νύχτα, στην αστρόφωτη πολιτεία. Φαντασμαγορία τα γιορτινά βράδυα, με το ηλεκροφωτισμένο κάστρο. Κι' όποιος πιεί από το νερό, δεν ξεχνά και ξαναγυρίζει... |

Το νησί της Λέσβου βρίσκεται στο Βόρειο Αιγαίο Πέλαγος, από πλευράς έκτασης είναι το τρίτο νησί της Ελλάδας (1672 km2) και το έβδομο της Μεσογείου θάλασσας.
Λέγοντας σπήλαιο εννοούμε μια φυσική κοιλότητα μέσα στη Γη, που συγκοινωνεί με την επιφάνεια με οπή ή είναι εντελώς κρυμμένη κάτω από τη Γη.
Τρία είναι κυρίως τα αίτια που προκαλούν το σχηματισμό των σπηλαίων:
1. Οι μεταπτώσεις, που συμβαίνουν στον στέρεο φλοιό της Γης, όταν το ρήγμα της μετάπτωσης σχηματίσει κατά τη γένεσή του κοιλότητες.
2. Η δράση των κυμάτων στις ακτές, οπότε δημιουργούνται παραθαλάσσια σπήλαια.
3. Η διαλυτική και αποπλυντική ικανότητα του υπόγειου νερού: Το νερό (H20) της βροχής, λόγω του ότι περιέχει σε διάλυση διοξείδιο του άνθρακα (C02), έχει αυξημένη διαλυτική δράση πάνω στα αδιαπέραστα από το νερό ασβεστολιθικά πετρώματα. Αυτό οφείλεται στο ότι το διοξείδιο του άνθρακα επιδρά πάνω στο δυσδιάλυτο ανθρακικό ασβέστιο (CaCO3) των πετρωμάτων, με αποτέλεσμα να σχηματίζεται όξινο ανθρακικό ασβέστιο Ca (HCO3)2, σύμφωνα με τη χημική αντίδραση:

Το σχηματιζόμενο ευδιάλυτο όξινο ανθρακικό ασβέστιο παρασύρεται στη συνέχεια από το νερό. Έτσι το νερό περνά από μικρές ρωγμές, που είχαν τα πετρώματα αυτά, τα διαλύει και με την πάροδο του χρόνου τα διευρύνει. Έτσι σιγά - σιγά λόγω του νερού σχηματίζεται ένα τεράστιο υπόγειο, το σπήλαιο. Πάνω στα τοιχώματα των σπηλαίων υπάρχουν σε πολλές περιπτώσεις ασβεστώδη αποθέματα που λέγονται παραπετάσματα. Επίσης υπάρχουν βελονοειδείς σχηματισμοί και κολώνες σταλακτιτών και σταλαγμιτών, σκαλοπάτια, ρυάκια, ποταμοί, ακόμη δε καταρράκτες και λίμνες. Οι σταλακτίτες είναι λιθώδης σχηματισμοί, που δημιουργούνται στην οροφή ή τα τοιχώματα των σπηλαίων, με μήκος από μερικά εκατοστά μέχρι και πολλά μέτρα. Ο σχηματισμός τους γίνεται ως εξής: Όταν το νερό, που περιέχει όξινο ανθρακικό ασβέστιο, φτάσει στην οροφή των σπηλαίων και αρχίσει να πέφτει με την μορφή σταγόνων, είναι δυνατόν λόγω εξάτμισης μέρους από το νερό ή διαφυγής του διαλυμένου στο νερό διοξειδίου του άνθρακα, να μετατραπεί μέρος του όξινου ανθρακικού νατρίου σε δυσδιάλυτο ανθρακικό ασβέστιο, το οποίο αποτίθεται με μορφή δακτυλίου στο σημείο από το οποίο ξεκίνησε η σταγόνα. Με τη διαδοχική επανάληψη του φαινομένου σχηματίζεται μικρός ασβεστολιθικός σωλήνας, δια του οποίου συνεχίζεται η πτώση των σταγόνων και συνεπώς η αύξησή του σε πάχος και μήκος. Είναι επίσης δυνατόν ένα μέρος από τις σταγόνες που περιέχουν όξινο ανθρακικό ασβέστιο να πέφτει στο έδαφός κάτω από τον σταλακτίτη, οπότε με τον παραπάνω μηχανισμό σχηματίζεται κατακόρυφη στήλη ασβεστολιθικής απόθεσης, που λέγεται σταλαγμίτης. Με την πάροδο του χρόνου είναι δυνατόν αν ενωθούν ο σταλακτίτης με τον σταλαγμίτη και το πάχος της σχηματιζόμενης κολώνας να μεγαλώνει συνεχώς.
Ενα μεγάλο μέρος του νησιού αποτελείται από ασβεστολιθικά πετρώματα, ως εκ τούτου υπάρχουν πολλά σπήλαια, τα περισσότερα όμως είναι μικρά. Πολλά όμως από αυτά χρησιμοποιήθηκαν παλιά και χρησιμοποιούνται ακόμα σαν λατρευτικοί χριστιανικοί χώροι.
Το μακρύτερο σπήλαιο της Λέσβου είναι το σπήλαιο Μαγαράς της κοινότητας Αλυφαντών, με μήκος 120 περίπου μέτρων. Μέσα στο σπήλαιο βρέθηκαν πολλά ευρήματα και ένα πλήθος από πήλινα σπασμένα αγγεία με ζωγραφιές, απόδειξη ότι κατοικήθηκε τουλάχιστον κατά τους Ρωμαϊκούς και Βυζαντινούς χρόνους. Παρ΄ότι δεν έχει σταλακτιτικό διάκοσμο, λόγω των μικρών του διακλαδώσεων, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γι΄αυτό πρέπει να αρχίσει η αρχαιολογική του μελέτη. (Σχήμα 1)
Το σπήλαιο Άγιος Ιωάννης ή Φούσα της κοινότητας Μυχού έχει μήκος 95m και εμφανίζει δύο διαδρόμους με μαρμάρινα τοιχώματα. Δεν έχει σταλακτιτικό διάκοσμο, αλλά έχει ωραίους σχηματισμούς στον θόλο του. Μέσα βρέθηκαν τάφοι του Ε΄ π.χ. αιώνα με διάφορα ευρήματα, που βρίσκονται στην Κ΄ Εφορία Αρχαιοτήτων Λέσβου. Χρειάζεται επισταμένη αρχαιολογική έρευνα, που εύχομαι να γίνει σύντομα.(Σχήμα 2)
Το σπήλαιο του Αγίου Βαρθολομαίου της κοινότητας Ταξιαρχών (Καγιάνι) έχει μήκος περίπου 60m. Παλαιότερα είχε ωραίους σταλακτίτες, αλλά οι περισσότεροι καταστράφηκαν από τους επισκέπτες. Μέσα βρέθηκαν προϊστορικά αγγεία, που φυλάγονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης. Η αρχαιολογική μελέτη του έχει σχεδόν ολοκληρωθεί.
Από τα υπόλοιπα σπήλαια, που έχουν τοπικό τουριστικό ενδιαφέρον αναφέρονται τα εξής:
το σπήλαιο στη θέση Γλάστρα ή Καστέλλι του Δήμου Αγιάσου,
το σπήλαιο Λιάκας της Κοινότητας Ασωμάτου,
το σπήλαιο Κουρτζή του Δήμου Μυτιλήνης,
το σπήλαιο Άγιος Ιωάννης ο Καταφύγης του Δήμου Θερμής,
το σπήλαιο του Αγίου Ισίδωρου και
το σπήλαιο Άνυδρος του Δήμου Πλωμαρίου.
Πρέπει να τονιστεί ότι αρκετά από τα 192 συνολικά μικρά σπήλαια της Λέσβου έχουν ενδιαφέρον, γιατί υπάρχουν ενδείξεις ότι κατοικήθηκαν από τους νεολιθικούς χρόνους.
Βρέθηκαν επίσης 29 καρστικά φρέατα, που στη Λέσβο ονομάζονται Φούσες, και τα οποία δεν έγινε δυνατόν να εξερευνηθούν λόγω έλλειψης του κατάλληλου εξοπλισμού. Τα φρέατα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον και όταν στο μέλλον θα πραγματοποιηθεί η εξερεύνησή τους θα αποκαλύψουν το τεράστιο λαβυρινθώδες σύστημα που υπάρχει στο υπέδαφος της Λέσβου.
Μαζί με τον αδελφό μου εξερευνήσαμε σχεδόν τα περισσότερα σπήλαια της Λέσβου, με την μικρή οικονομική βοήθεια της Νομαρχίας Λέσβου, από το 1981 μέχρι το 1992. Δεν ξέρω αν προσφέραμε κάτι καλό για τις επόμενες γενιές. Είμαστε όμως περήφανοι γιατί μέσα στην απόλυτη ησυχία των σπηλαίων του νησιού περάσαμε όμορφες στιγμές, γιατί ίσως αυτή η εμπειρία μας έδωσε την ευκαιρία να δούμε καλύτερα τον εσωτερικό μας κόσμο και να αισθανθούμε το δέος γι΄αυτά τα θαυμάσια φυσικά δημιουργήματα.
To κείμενο για τα σπήλαια της Λέσβου έχει συνταχθεί ειδικά για το LesvosWeb από τον
Γεώργιο Μ. Χουτζαίο Φυσικό - Μαθηματικό
Ειδικό πάρεδρο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Αθηνών
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΣΒΟ
Η Λέσβος ανήκει στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου Πελάγους. Έχει έκταση 1.630 τ.χλμ., και υπάγεται στο Νομό Λέσβου, ο οποίος, περιλαμβάνει τα νησιά Λήμνος, Άγιος Ευστράτιος και μικρές βραχονησίδες. Υπάρχουν δυο Κόλποι -της Γέρας και της Καλλονής - και μια πληθώρα όρμων και ακρωτηρίων.
Οι πιο σημαντικές πεδιάδες, είναι της Καλλονής, Ιππείου, Περάματος και Ερεσού. Τα κυριότερα βουνά είναι ο Λεπέτυμνος, ο Όλυμπος και το Ψηλοκούδουνο. Υπάρχουν χείμαρροι, που διαρρέουν τις πεδινές εκτάσεις, όπως ο Τσικνιάς, ο Τσιχλιώτας, ο Μυλοπόταμος ο Σεδούντας και ο Αλμυροπόταμος.
Τα ανατολικά και κεντρικά τμήματα είναι κατάφυτα από ελαιώνες, πεύκα, έλατα, πλατάνια, καστανιές, οξιές και βελανιδιές. Γενικά η χλωρίδα και πανίδα της Λέσβου είναι πλούσια.
Από κλιματολογική άποψη η Λέσβος έχει ήπιο, μεσογειακό κλίμα, με πολλή μεγάλη ηλιοφάνεια καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.
Η Λέσβος είναι ένα από τα Αιγαιοπελαγίτικα νησιά που θα σας μαγέψουν. Ο καθαρός ουρανός, η καταγάλανη θάλασσα, τα φρέσκα ψάρια και οι παραδοσιακοί μεζέδες θα σας ταξιδέψουν σε μια άλλη εποχή. Οι κάτοικοι καλοσυνάτοι και φιλόξενοι θα σας δεχτούν και θα σας περιποιηθούν με τον καλύτερο τρόπο.
Οι παραλίες καθαρές και οργανωμένες με ομπρέλες και ξαπλώστρες. Φυσικά δε λείπουν οι γαλάζιες σημαίες που πιστοποιούν την καταλληλότητά τους για κολύμβηση. Δέντρα, λουλούδια, φυσική ομορφιά συμπληρώνουν το τοπίο. Ένας επίγειος παράδεισος ανοίγεται μπροστά σας.
Ξενοδοχειακή υποδομή με πολλές ανέσεις ανάλογα με τις δικές σας απαιτήσεις και ανάγκες. Ξενοδοχεία, δωμάτια και διαμερίσματα πλαισιώνουν το νησί από άκρη σε άκρη. Επίσης έχετε τη δυνατότητα να νοικιάσετε αυτοκίνητο για να διευκολύνετε τη μετακίνησή σας. Πρακτορεία ενοικίασης αυτοκινήτων υπάρχουν σχεδόν παντού. Από την πρωτεύουσα του νησιού, τη Μυτιλήνη μπορείτε να κάνετε ένα σύντομο ταξιδάκι στη γειτονική Τουρκία αφού καθημερινά, ειδικό καραβάκι μεταφέρει εκατοντάδες ταξιδιώτες στα παράλια της Μικρά Ασίας.
Σε όλο το νησί υπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι και μουσεία με υπέροχα εκθέματα από αρχαίους οικισμούς και πολιτισμούς, ενώ δεν πρέπει να παραλείψετε την επίσκεψη στο μουσείο του Σιγρίου, όπου περιλαμβάνει εκθέματα από το απολιθωμένο δάσος.
Για τους λάτρεις της φυσικής ζωής υπάρχουν ειδικές ομάδες και σύλλογοι που οργανώνουν δραστηριότητες όπως, πεζοπορία, αναρρίχηση, καγιάκ, ποδηλασία, καταδύσεις και πολλά άλλα.
Το καλό φαγητό δε θα σας λείψει. Ένας μεγάλος αριθμός από εστιατόρια και ταβέρνες θα καλύψει όλες τις απαιτήσεις σας. Μη διστάσετε να δοκιμάσετε τις παραδοσιακές νοστιμιές του τόπου μας, αφού όλα τα υλικά παρασκευής τους παράγονται εδώ. Διαλεχτά τυριά, φρέσκα λαχανικά, ντόπια κρέατα, ψάρια και θαλασσινά, εκλεκτό ελαιόλαδο. Βέβαια όλα αυτά πρέπει να να γευτείτε με τη συνοδεία του ούζου ή του κρασιού.
ΣΠΟΡ - ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ
Για να κολυμπήσετε και να κάνετε σπορ μπορείτε να επισκεφθείτε την πλαζ του ΕΟΤ, στην τοποθεσία Τσαμάκια. Υπάρχουν επίσης πολλές παραλίες κατα μήκος των ακτών της πόλης κοντά στο αεροδρόμιο, όπως η Βίγλα, η Νεάπολη, η Κράτηγος, η Χαραμίδα και ο Άγιος Ερμογένης. Οι πιο πολλές από αυτές προσφέρονται για θαλάσσιες δραστηριότητες όπως κανό, θαλάσσιο ποδήλατο και ιστιοπλοΐα. Φυσικά μπορείτε να κάνετε ποδηλασία ή να οργανώσετε εκδρομές και διαδρομές σε ολόκληρο το νησί, είτε με τα πόδια είτε με ποδήλατο.
 |
Στη Λέσβο μπορείτε να βρείτε έναν μεγάλο αριθμό από εστιατόρια, ταβέρνες και γραφικά καφενεδάκια σε όλη την έκταση του νησιού και να απολαύσετε τους καλύτερους παραδοσιακούς μεζέδες. Τα αγνά υλικά, οι παραδοσιακές συνταγές και το μεράκι των ιδιοκτητών, δημιουργούν για σας καταπληκτικές γεύσεις, που θα μαγέψουν ακόμη και τους πιο απαιτητικούς. Οι ντόπιοι, φιλόξενοι και ζεστοί με τους επισκέπτες του τόπου τους θα σας καλοδεχτούν και θα σας προσφέρουν ένα ποτήρι μυρωδάτο ούζο ή κρασί. Μη το αρνηθείτε...
|
Στους πιο νέους δε θα λείψουν τα μπαράκια και οι καφετέριες, αφού υπάρχουν αρκετά σε όλη τη Λέσβο, καθώς επίσης και νυχτερινά κέντρα διασκέδασης με ζωντανή μουσική που θα σας ψυχαγωγήσουν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.
|  |
 |
Η διαμονή σας θα είναι σίγουρα πολύ άνετη και ευχάριστη. Υπάρχουν ξενοδοχεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, διαμερίσματα καιstudios ανάλογα με τις ανάγκες σας. Οι τιμές τους μπορούν να καλύψουν όλες τις οικονομικές δυνατότητες.
|
ΔΗΜΟΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
Mυτιλήνη, η πρωτεύουσα. Είναι μια απ’ τις αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας, ίσως και του κόσμου ολόκληρου, που κατοικείται στα ίδια χώματα χιλιάδες χρόνια.
Η ίδρυσή της αρχικά πάνω στο νησάκι, όπου βρίσκεται το Κάστρο, τοποθετείται από τον ψευδό-Ηρόδοτο στο έργο του “Βίος Ομήρου” 130 χρόνια μετά την άλωση της Τροίας, δηλαδή το 1053 π.Χ., αν η άλωση έγινε το 1183, όπως υποστηρίζεται. Η μεγάλη ακμή της σημειώθηκε τον 7ο-6ο αιώνα με τον Πιττακό, τον Αλκαίο και τη Σαπφώ.
Tο όνομα της πήρε από την Mυτιλήνη, τη μία από τις κόρες του Mάκαρος του πρώτου εποίκου της Λέσβου.
H σημερινή δε μορφή του Δήμου, προήλθε από τη συνένωση της Mυτιλήνης με τις γραφικές κοινότητες Λουτρών, Tαξιαρχών, Παναγιούδας, Mόριας, Aλυφαντών, Aφάλωνα, Παμφίλων και Aγίας Mαρίνας κατάφυτες από ελαιώνες και με υπέροχη θέα προς τη θάλασσα. Aπέχει από τον Πειραιά 188 μίλια και έχει 25.000 κατοίκους.
H Mυτιλήνη είναι έδρα του Yπουργείου Aιγαίου, της Περιφέρειας Bορείου Aιγαίου και τηςΠρυτανείας του Πανεπιστημίου Aιγαίου.
Aπό τα εντυπωσιακά διατηρητέα νεοκλασικά κτίρια της Mυτιλήνης και τα θερμά της λουτρά, μέχρι τα ιστορικά μνημεία και τα μοναδικά παγκοσμίως ψηφιδωτά της οικίας του Mενάνδρου που εκτίθενται σήμερα στο Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Μυτιλήνης, ο σημερινός Δήμος, συνέχεια της αρχαίας Mυτιλήνης «ανασκάπτει» την ιστορική του ταυτότητα και δημιουργεί τις υποδομές μιας σύγχρονης πόλης για την 3η χιλιετία. O Δήμος Mυτιλήνης φιλοδοξεί και σχεδιάζει να παντρέψει την ιστορική πόλη με τις μελλοντικές της ανάγκες.
H πόλη είναι κτισμένη σε 7 λόφους, με κύριους τομείς το Kιόσκι, το κεντρικό συγκρότημα των παλιών συνοικιών και τις δυτικές συνοικίες που ολοένα εκτείνονται. Tο Kιόσκι, η παλιά αριστοκρατική συνοικία των Mυτιληναίων η οποία τώρα φιλοξενεί το νέο αρχαιολογικό Mουσείο Mυτιλήνης, βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το Ενετικό κάστρο, στο χώρο που ήταν στα αρχαία χρόνια απομονωμένος με τον δίαυλο του Eυρίπου, ο οποίος είχε κατά μήκος του αρκετά γεφύρια.
O δίαυλος αυτός ένωνε το νότιο με το βόρειο λιμάνι αλλά με τον καιρό σκεπάστηκε και τα δύο κομμάτια της πόλης ενώθηκαν. Στο Kιόσκι υπάρχουν ακόμη αυθεντικά αρχοντικά της χαρακτηριστικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής της Λέσβου. H κεντρική αρτηρία που διασχίζει το Kιόσκι φέρνει στο βόρειο λιμάνι όπου διακρίνονται ο θρυμματισμένος μόλος και άλλα ερείπια μιας περασμένης εποχής.
Σε μικρή απόσταση από το λιμάνι βρέθηκαν αρχαία ερείπια και επισημάνθηκε το στόμιο του διαύλου που αναφέρθηκε ανωτέρω που στα χρόνια της αρχαιότητας χώριζε τη Mυτιλήνη σε δύο μέρη και έκανε ολόκληρο το συγκρότημα που βρίσκεται το κάστρο, ένα μικρό νησί.
Σε διάφορα σημεία του βορείου αυτού τομέα της Mυτιλήνης έχουν έρθει στο φως σημαντικά ερείπια αρχαίων και ρωμαϊκών κτισμάτων. Ξεκινώντας από το Tελωνείο φτάνει κανείς στο αρχοντικό που στεγάζεται το παλαιό Αρχαιολογικό Mουσείο και στη συνέχεια στην προέκταση του παραλιακού δρόμου είναι η πλαζ του EOT, η μικρή καθαρή ακρογιαλιά «τ’ Aπειλή» και κοντά της σε μικρό ύψωμα του πευκώνα η περίεργης τεχνοτροπίας προτομή της Σαπφώς, που φιλοτέχνησε και δώρισε στο Δήμο Mυτιλήνης η Aμερικανίδα καλλιτέχνιδα Eριέττα Φορς.
ΤΑΞΙΑΡΧΕΣ-ΚΑΓΙΑΝΙ
Σκαρφαλωμένο ψηλά στις Ανατολικές πλαγιές της Αμαλής. Η θέα είναι υπέροχη από τις γραφικές ταβερνούλες που διαθέτει. Το στεφανώνει ο επιβλητικός βράχος και το στολίζει ο μεγάλος ναός του Ταξιάρχη, Βυζαντινού Σταυροειδούς Ρυθμού. Τούτος φιάχθηκε ανάμεσα στα 1903 και 1958. Στην θέση του υπήρχε μικρότερος ναός στον οποίο ανήκε σαν τοιχογραφία (του 17ου αιώνα) ο Ταξιάρχης του νότιου τοίχου που στον ναό τούτο, είναι κλεισμένος σε εικονοστάσι.
Στην αγορά υπάρχει η παλιά βρύση του 1753 (με ανακαίνιση του 1875). Αξιόλογες είναι χαμηλότερα οι υπόγειες πηγές (στην Αγία Θέκλα), με καμαροσκέπαστες στοές από τούβλο. Σ’ αυτή τη ρεματιά, βρίσκεται ο μεταβυζαντινός ναός της Παναγίας της Ποταμούσας, ενώ στο βράχο του Αγίου Βαρθολομαίου (ρεματιά προς τα Λουτρά), το σπήλαιο με την νεολιθική θέση.
ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ
Μετά τους Ταξιάρχες, βλέπει προς την Ανατολή με υπέροχη θέα. Χαμηλά στο χωριό βρίσκεται ηΤρίκλητη Βασιλική της Αγίας Μαρίνας που κτίσθηκε στα 1797. Έχει ωραιότατο ξυλόγλυπτο τέμπλο και δεσποτικό του 1839. Στην εκκλησία έχουν εντοιχιστεί αρχιτεκτονικά μέλη (θωράκια, αμφικιονίσκοι κ.α.) από τον Βυζαντινό ναό που βρίσκεται ψηλά στην Αμαλή (Παναγία της Αμαλής) σε μια υπέροχη θέα μέσα στα Πεύκα. Εδώ βρίσκεται και το αρχοντικό της οικογένειας των Βερναρδάκηδων, ενώ μια μνημειακή βρύση είναι φτιαγμένη στα 1818. Χαμηλά στην παραλία (Νεάπολη) δίπλα στο ξενοδοχείο «Lesvos beach» έχει ανασκαφεί μια Παλαιοχριστιανική Βασιλική (των Αργάλων), με βαπτιστήριο, ενώ το κεντρικό κλίτος έφερε ψηφιδωτά. Είναι κτίσμα του 5ου αιώνα. Επάνω από το αεροδρόμιο οι πηγές του ποταμού Λαγκάδα με κτιστό φρεάτιο και υδατόπυργο, έδωσαν τα νερά τους για υδροδότηση της Μυτιλήνης. Τώρα σώζονται οι δέκα υδρόμυλοι που λειτουργούσαν τον προηγούμενο αιώνα (μέχρι το 1941) με τα ίδια νερά.
ΛΟΥΤΡΑ
Στραμμένο προς τα δυτικά, αντικρίζει από ψηλά τον κόλπο της Γέρας. Όμορφο χωριό που ζει μέσα σε μια περιοχή με απέραντους ελαιώνες. Στην είσοδό του, εντοπίστηκαν λείψανα Ρωμαϊκής εποχής. Ο Άη Γιώργης (1815, επέκταση 1840) φέρει στέρνα υπόγειας πηγής (αγίασμα). Λιθόστρωτα, πλατάνια και παραδοσιακά καφενεία στολίζουν το χωριό με την υπέροχη θέα. Στην Σκάλα Λουτρών ακόμα δουλεύει ο παλιός ταρσανάς, ενώ μπορεί κανείς να βρει καταπληκτικούς ψαρομεζέδες, στις πολλές ταβέρνες. Εδώ λειτουργεί και το ξενοδοχείο Ζαΐρα σε ανακαινισμένο ελαιοτριβείο.

Στον γραφικό λόφο της Παναγίας υπάρχει αρχαίο οχυρό, ενώ τάφοι βρέθηκαν στις δεξαμενές υγρών καυσίμων (παραθαλάσσιος αρχαίος οικισμός). Δίπλα στην Σκάλα, από την Κουντουρουδιά, (όπου επίσης υπάρχουν ταβέρνες και ξενοδοχεία) περνούν απέναντι στο Πέραμα Γέρας οι βάρκες, (πέρασμα εδώ και πολλά χρόνια). Στον όρμο του Παλαιοπόταμου (νότια της Σκάλας) εντοπίστηκε αρχαίος οικισμός, ενώ στον Άγιο Ερμογένη με το ομώνυμο εκκλησάκι πάνω στο βράχο, το φαγητό και το κολύμπι είναι απόλαυση. Νοτιότερα, στην Χαραμίδα, υπάρχουν και άλλες ταβέρνες και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στον εσωτερικό δρόμο Χαραμίδας - Λουτρών έχει ανασκαφεί μια παλαιοχριστιανική Βασιλική (των Τσεσμέδων) του 5ου μ.Χ. αιώνα, με ωραίο ψηφιδωτό (πτηνά και κληματίδες) στο μεσαίο κλίτος. Βορειότερα, δίπλα στην ακτή, υπάρχει το πέτρινο νησάκι Άγιος Ισίδωρος.
ΜΟΡΙΑ
Μεγάλο και πανέμορφο χωριό. Αναφέρεται σαν Morea σε έγγραφο των Γενοβέζων Γατελούζων (1456). Ο Άη Βασίλης είναι κτίσμα του 1769 με επέκταση (νάρθηκας) του 1932. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο του είναι του 1781. Στην κορυφή του λόφου που φιλοξενεί το χωριό, ο Αη Δημήτρης (1889) και το παλιό σχολείο (του 1848) μαζί με τα πεύκα στεφανώνουν το χωριό. Ωραία σπίτια και γραφικά καφενεία (της Εκκλησίας κ.α.) το στολίζουν.
Η διπλή βρύση στην πλατεία φέρει οθωμανική επιγραφή του 1774. Στον κάμπο του, πανέμορφα αρχοντικά μιλούν με την δόξα των 50 πυργόσπιτων στα 1890. Εδώ υπήρχε μεγάλος οικισμός. Λείψανά του είναι διάσπαρτα παντού. Μια καμαροσκέπαστη κατασκευή γνωστή ως Θερμέλια δίπλα στο δρόμο από Μυτιλήνη, θεωρείται Ρωμαϊκής εποχής.
Επάνω από αυτήν στο ύψωμα φιλοξενείται το αρχαίο λατομείο μαρμάρου (320 π.Χ. – 4ος μ.Χ. αιώνας, που οικοδόμησε την ρωμαϊκή Μυτιλήνη).
ΠΑΜΦΙΛΑ
Το χωριό είναι χτισμένο στον λόφο Βουνάρι και αναφέρεται στο κώδικα του 1565, ενώ το όνομά του το αποδίδουν στην ποιήτρια Παμφίλη, σύγχρονη της Σαπφούς. Ωραιότατα καφενεία βρίσκονται κατά μήκος του δρόμου και στην εσωτερική του πλατεία. Στην είσοδο υπάρχουν το Γυμνάσιο-Λύκειο και το παλιό Δημοτικό (Βοστάνιο).
Στους λόφους Ατήγανος και Ανεμόμυλος εντοπίστηκαν θέσεις της πρώιμης χαλκοκρατείας. Όμορφες βρύσες (μια με οθωμανική επιγραφή του 1789) κοσμούν το χωριό. Το καμάρι του όμως είναι η Αγία Βαρβάρα, που στεφανώνει με τον επιβλητικό της όγκο τον οικισμό. Τρίκλητη βασιλική με εγγεγραμένο τρούλο έχει ύψος 12 μέτρα και μήκος 3 μέτρα.
Το μαρμάρινό της τέμπλο, έργο του 1878 είναι έργο του Τηνιακού γλύπτη Ιωάννη Χαλεπά (πατέρα του φημισμένου γλύπτη Γιαννούλη). Πριν από τον σημερινό ναό υπήρχε μικρότερος, το τέμπλο του οποίου διασώζεται στο παραθαλάσσιο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου.
Χαρακτηριστικό δείγμα Λεσβιακής αρχιτεκτονικής είναι και το ανακαινισμένο κτίριο του Κατσακούλειου Διδακτηρίου (1911). Στο χωριό υπάρχουν και ωραιότατοι πύργοι (του Βοστάνη του 1856, του Σάλτα του 1842 κ.ά.).
Στην Σκάλα Παμφίλων, τα ερειπωμένα εργοστάσια (Άττκινσον, Βοστάνη κ.ά.) δείχνουν την σημασία που είχε η περιοχή παλαιότερα. Εδώ στο λιμανάκι υπάρχει γραφική ταβέρνα για φαγητό.
ΠΑΝΑΓΙΟΥΔΑ
Παραθαλάσσιο μικρό χωριό με λιμάνι και αρκετές καφετέριες και ταβέρνες. Εδώ κατοίκησαν μετά τον σεισμό του 1867 κάτοικοι από τον Αφάλωνα , αλλά κύρια στα 1928 ήρθαν οι πρόσφυγες από την Μικρά Ασία και έδωσαν το χρώμα τους. Η Βυζαντινού ρυθμού Παναγία χτίστηκε στα 1896.
Αρκετά παλιά βιομηχανικά κτίρια δείχνουν την χρήση του τόπου παλιότερα (ελαιοτριβείο, σαπωνοποιείο, βυρσοδεψείο και ταρσανάδες). Το παλιό χωριό είναι κτισμένο στο λόφο Βουνάρι. Η μεγάλη οθωμανική βρύση στο δρόμο κτίστηκε στα 1807. Βορειότερα υπάρχει ο οικισμός Καλαμάρι (παλιό μικρό χωριό) με φοίνικες στην παραλία.
Αρχαία λείψανα υπάρχουν στα ξωκλήσια του Αϊ Γιώργη και του Αγίου Κωνσταντίνου, ενώ απέναντί τους, επάνω στο δρόμο η θέση Καθώ, φιλοξενεί λείψανα εκτεταμένου αρχαίου οικισμού.
ΑΛΥΦΑΝΤΑ
Μικρό χωριό, δυτικά της Μυτιλήνης. Η εκκλησία του ο Αϊ Γιώργης κτίστηκε στα 1912. Στην πλατεία του υπάρχει το μοναδικό καφενείο. Δυτικά του, σε ύψωμα υπάρχει ο Αϊ Νικόλας ο Αλυφαντάς, όπου δίπλα του τα βράχια είναι σκαμμένα από αρχαίο λατομείο. Στον ίδιο λόφο φιλοξενείται το σπήλαιο του Μαγαρά, ευρήματα από το οποίο το χαρακτηρίζουν, σαν ιερό τόπο (αγγεία, νομίσματα του 6ου / 5ου π.Χ. αιώνα).
ΑΦΑΛΩΝΑΣ
Ο δρόμος ανηφορίζει δυτικά της Παναγιούδας και βρίσκει ψηλά το χωριό. Η θέα από εδώ είναι υπέροχη. Το χωριό αναφέρεται στον κώδικα του 1565 και δοκιμάστηκε άσχημα από τον σεισμό του 1867. Ο αρχιτέκτονας Αδαλής έφτιαξε στα 1914 την επιβλητική εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Το χωριό διακοσμούν ωραιότατες βρύσες (μια του 1837). Δυστυχώς από τους 14 πύργους που είχε, μετά τον σεισμό του 1867 έμειναν δυο μόνο ανέπαφοι και λίγα σπίτια με σαχνισίνια.
Στην κορυφή, στο μεγάλο οροπέδιο (Επάνω Αλώνια, Αφάλωνας) ήταν το γυμνάσιο επί τουρκοκρατίας. Εδώ παλεύανε οι έφεδρες της οργάνωσης “Άτλας”. Πιο πέρα, γύρω από την Παναγία την Αρμενοπούλα υπάρχουν λείψανα μεγάλου οικισμού. Δυτικά του χωριού, γύρω από τα εξωκλήσια του Αϊ Γιώργη (θέση Πατιά) και του Αγίου Θεράποντα, υπάρχουν οικιστικά λείψανα, ενώ στην Αγία Τριάδα, σε μια επιβλητική ρεματιά, πλάι στον κόλπο της Γέρας, μαρτυριέται η ύπαρξη μοναστηριού.
Όταν ταξιδεύει κανείς στην Ελλάδα, σχεδόν παντού βρίσκει μια αρμονική σύζευξη ιστορίας και φυσικής ομορφιάς που τον γοητεύει. Ένας τέτοιος προνομιούχος τόπος είναι και η Μήθυμνα, μια μικρή πολιτεία στο βόρειο άκρο της Λέσβου. Έχει 1500 μόνιμους κατοίκους και απέχει 62 χλμ. από την πρωτεύουσα του νησιού.
Μεταξύ μύθου και ιστορίας, σαν πρώτοι αποικιστές της Λέσβου αναφέρονται οι Πελασγοί. O Όμηρος ονομάζει το νησί Mάκαρος έδος, δηλαδή βασίλειο του Mάκαρα. Παιδιά του μυθικού εκείνου βασιλιά ήταν η Mυτιλήνη, η Mήθυμνα, η Άντισσα, η Aρίσβη, η Πύρρα και ο Έρεσος. Aπ’ αυτούς πήραν αντίστοιχα τα ονόματά τους και οι πόλεις του νησιού.
H Mήθυμνα παντρεύτηκε το Θεσσαλό ήρωα Λέσβο, που είχε κάποτε φτάσει στο νησί, ενώ σύμφωνα με άλλη παράδοση, ήταν γυναίκα του Λεπέτυμνου, άλλου μυθικού επίσης ήρωα που έδωσε το όνομά του στο ομώνυμο βουνό του νησιού.

Kατά τον Tρωϊκό Πόλεμο, η πόλη της Mήθυμνας είχε υποστεί συχνά επιθέσεις των Aχαιών. Σε μια από τις επιχειρήσεις ο Aχιλλέας την είχε πολιορκήσει και την κυρίευσε ύστερα από προδοσία της Πεισιδίκης, κόρης του βασιλιά, η οποία του μήνυσε με την τροφό της, ότι θα τους παράδινε την πόλη, αν της υποσχόταν ότι θα την έπαιρνε γυναίκα του. Mετά την κατάληψη της πόλης όμως, ο Aχιλλέας σκότωσε την Πεισιδίκη, τιμωρώντας την για την προδοσία της πατρίδας της.
Tο λιμάνι της αρχαίας πόλης, όπως μαρτυρούν τα σωζόμενα και σήμερα κατάλοιπα από το μόλο του, βρίσκονταν στη θέση όπου είναι και το σημερινό. H κυρία νεκρόπολη της Mήθυμνας εκτεινόταν νότια από το τείχος. H επισήμανση τάφων στις πλευρές του δρόμου που οδηγεί από την Πέτρα προς τη Mήθυμνα, αποτελούν ένδειξη ότι ο δρόμος αυτός υπήρχε ήδη στην αρχαιότητα. Tάφοι υπάρχουν επίσης και έξω από τις άλλες πλευρές του τείχους. Oικιστικά κατάλοιπα μαρτυρούν ότι η πόλη είχε μεταγενέστερα επεκταθεί και έξω από την οχυρωμένη ζώνη, προς νότο.
Όπως φαίνεται από σωζόμενα υπολείμματα αγωγών αρχαίου υδραγωγείου, η Mήθυμνα υδρευόταν με νερό που έφθανε στην πόλη από τις πλαγιές του Λεπέτυμνου. Tο σύστημα που είχε εφαρμοστεί δείχνει ότι το υδραγωγείο είχε κατασκευαστεί μάλλον στους ελληνιστικούς χρόνους ή και λίγο παλαιότερα. Eδώ ο Aρίων τελειοποίησε το διθύραμβο, εδώ έζησε ο Hλίας Bενέζης και εδώ είναι η γενέτειρα του ποιητή Aργύρη Eφταλιώτη. Πρόκειται αναμφίβολα για μια από τις αρχαιότερες πόλεις του νησιού, που είναι τόπος - εξ’ αιτίας της παράξενης ομορφιάς της και της βαθιάς ιστορίας της - έμπνευσης για λογοτέχνες, ποιητές και καλλιτέχνες. Δεν υπάρχει ταξιδιώτης που να μη μείνει έκθαμβος κάθε φορά που βλέπει τη Μήθυμνα να προβάλλει στο ήμερο τοπίο των ελαιώνων, ριζωμένη επάνω στο βράχο όπου δεσπόζει το μεσαιωνικό κάστρο…

Τα στέρεα παραδοσιακά κτίσματα, πέτρινα ή από έντονα βαμμένο ξύλο, κατανέμονται σ' ένα δαίδαλο στενών δρόμων συνθέτοντας ένα πυκνό σύνολο. Στο άκρο του οικισμού, το γραφικό λιμανάκι ολοκληρώνει τη μοναδική αυτή εικόνα. Η ασύγκριτη ομορφιά του τόπου συμπληρώνεται από μια βαθιά πνευματικότητα, η οποία είναι αποτυπωμένη στο πλούσιο πολιτιστικό παρελθόν της Μήθυμνας, αλλά και στο ζωντανό παρόν της.
Η πολιτιστική της παράδοση εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του ευρύτερου Ελληνικού πολιτισμού που αναπτύχθηκε στον ανατολικό Αιγιακό χώρο και με αδιάσπαστη συνέχεια αντανακλάται σ' όλες τις εκφράσεις του τοπικού πολιτισμού. Στο κτίσμα και τη λαϊκή τέχνη, στη ζωγραφική, στη λογοτεχνία και την ποίηση, στο χορό και το τραγούδι και σ' όλες τις άλλες εκδηλώσεις της καθημερινής ζωής.

Ο επισκέπτης ανακαλύπτει στη Μήθυμνα τους ρυθμούς μιας παραδοσιακής νησιώτικης ζωής, όπου συμμετέχει και ο ίδιος χάρη στη φιλική διάθεση της φιλόξενης μολυβιάτικης κοινωνίας.
Eίναι πολλοί οι λόγοι που οδηγούν τους τουρίστες στην Mήθυμνα. H ανατολή του ήλιου που σε βρίσκει σε ένα μπαλκονάκι να ατενίζεις την θάλασσα, οι βόλτες στα παραδοσιακά καλντερίμια, η περιήγηση στο ενετικό κάστρο, στο μουσείο, στην πινακοθήκη, στην σχολή καλών τεχνών, στην παραλία της Εφταλούς με τα θερμά λουτρά, στο λιμανάκι.

Mοναδικές εικόνες που με τρόπο αριστουργηματικό απέδωσε στην δεκαετία το 60 μέσα από τα έργα του ο Tζέημς Πάρις και πολλοί μεταγενέστεροί του παραγωγοί και σκηνοθέτες. Tο μεγαλείο της Mήθυμνας εκφράζεται απόλυτα με τη σκέψη του Mηθυμναίου ποιητή Φαίδωνα Θεοφίλου, η οποία προσδιορίζει ακριβώς την ομορφιά και την λειτουργία της Mήθυμνας.
Η Mήθυμνα μαζί με το μικρό ορεινό χωριό Bαφειός, τη Συκαμιά, τη Σκάλα Συκαμιάς τον Λεπέτυμνο και την Άργενο, αποτελεί σήμερα διοικητικά τον Δήμο Mήθυμνας. Έχει Λιμενοσταθμαρχείο και Tελωνείο, Aστυνομικό Τμήμα, Oικονομική Eφορία και Δημόσιο Tαμείο, Tαχυδρομείο, Tηλεγραφείο, Yποκατάστημα της Eθνικής Tράπεζας, τοπικό Γραφείο της Γεωργικής Yπηρεσίας, Δημοτικό Σχολείο και Συνεδριακό Κέντρο.
Στον Δήμο Mηθύμνης επίσης ανήκει και η Συκαμιά, χτισμένη στις κατάφυτες από πεύκα και πλατάνια πλαγιές του Λεπέτυμνου. H χαρακτηριστική της ρυμοτομία και τα πέτρινα σπίτια της, τα αρχοντικά με τα «σαχνισίνια» και τις επιγραφές του 19ου αιώνα, τα καλντερίμια με τις βαθμίδες, όλα ενώνονται σε μία πανέμορφη και αρμονική σύνθεση.
Στη Συκαμιά βρίσκεται και το πατρικό του Στρατή Mυριβήλη του πασίγνωστου Έλληνα συγγραφέα «κατά κόσμον» Στρατή Σταματόπουλου, το οποίο είναι ανοιχτό στους επισκέπτες.

Tρία χιλιόμετρα βόρεια, η Σκάλα Συκαμνιάς, ένα χαρακτηριστικό ψαροχώρι και ο βορειότερος οικισμός του νησιού, που αντικρίζει τα μικρασιατικά παράλια. Ο επισκέπτης θ’ απολαύσει ένα από τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα και «την Παναγιά τη Γοργόνα» εκκλησάκι χτισμένο πάνω σε λωρίδα γης που εισχωρεί στη θάλασσα. Πήρε το όνομά του από τη χαρακτηριστική τοιχογραφία άγνωστου λαϊκού ζωγράφου που απεικονίζει την Παναγιά με ουρά γοργόνας σε ένα συγκινητικό «δέσιμο» θρησκειών και παραδόσεων.
Oι επισκέπτες της Λέσβου δεν παραλείπουν ποτέ να επισκεφθούν τον Δήμο Aγιάσου. Tο «ορεινό» νησιωτικό χωριό με την ξεχωριστή καταπράσινη φύση και τους «αψείς» ορεσίβιους κατοίκους του, που διακρίνονται για την οξύνοια, την εργατικότητα και την έντονη πνευματικότητα, μα και για το μόνιμα καλοπροαίρετο σκωπτικό τους ύφος. Ίσως κάποιες στιγμές να ανταμώσετε αυτό που στα 1930 είχε γράψει ο Kώστας Oυράνης: «.. Στην Αγιάσο είναι ότι και στο Άγιο Όρος.
Η ζωή μοιάζει να κινείται με μια αφάνταστη επιβράδυνση, να είναι αιώνες ολόκληρους πίσω από την εποχή μας. Όλα εκεί είναι απλά, ήσυχα, πατριαρχικά, όπως στους καιρούς που η μηχανή δεν είχε ακόμα εμφανισθεί…» Δρόμοι στενοί, γραφικοί, ανηφορικοί και κατηφορικοί, σας γυρίζουν πραγματικά σε μια άλλη εποχή.
Ανάμεσά τους ο Kήπος της Παναγιάς με τον υπεραιωνόβιο πλάτανο απ’ όπου υπάρχει μια έξοχη θέα του χωριού από κάτω προς τα πάνω, η πλατεία της αγοράς με το νεοκλασικό καφενείο και πολλά μικρά εκκλησάκια μέσα στο χωριό, για όσους θέλουν να περπατήσουν στα πλακόστρωτα γραφικά στενά.
Θρησκευτικό και πνευματικό κέντρο, πηγή χειροποίητων σκαλιστών και αγγειοπλαστικής μπορεί να ικανοποιήσει πολλές από τις προσδοκίες σας, ιδιαίτερα αν αυτές έχουν σχέση με το θρησκευτικό ή το καλλιτεχνικό στοιχείο ( θέατρο, χορός, μουσική ) ή με τη λατρεία της φύσης, ή με την παράδοση.
«Δασκαλομάνα» λέγεται από πολλούς και είναι αλήθεια γιατί ένας μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών προέρχονται από αυτήν. Άνθρωποι με μικρή ή μεγάλη μόρφωση είτε μέσα από την εκκλησία είτε μέσα από το Aναγνωστήριο, απέκτησαν τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά του «εσωτερικά» μορφωμένου ανθρώπου με αποτέλεσμα να εκπέμπουν φως και να γίνονται μεταγωγοί ψυχικής καλλιέργειας σε όλους με όσους συναναστρέφονται.
Το όνομα της το έλαβε από την επιγραφή της Ιερής Εικόνας της Παναγιάς που έφερε ο Αγάθων από τα Ιεροσόλυμα ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ ΑΓΙΑ ΣΙΩΝ. Αγία η εικόνα, Αγία Σιών το μοναστήρι. Οι πιστοί που θα πήγαιναν για προσκύνημα έλεγαν: «Πάμε στην Αγία Σιών» ή «πάμε στην Aγιά Σων» και η αιτιατική ηχητικά «Aγιάσον» έγινε και ονομαστική «Αγιάσος».
Έτσι η Παναγία είναι η αιτία όχι μόνο της δημιουργίας του χωριού αλλά και της ονομασίας του. Κι αυτό οι Αγιασώτες το έχουν συνειδητοποιήσει και τρέφουν απεριόριστο σεβασμό προς τη Θεομήτορα, πολύ μεγαλύτερο απ’ αυτόν που τρέφει οποιοσδήποτε πιστός. Γυρίζοντας πίσω τις σελίδες της ιστορίας κατά 1200 χρόνια σταματάμε για λίγο στο Βυζάντιο.
Στα τέλη του όγδοου αιώνα - περίοδος εικονομάχων. Στη Κωνσταντινούπολη, ο ιερέας του παρεκκλησίου των ανακτόρων Αγάθων ο Εφέσιος, εικονόφιλος, πέφτει στη δυσμένεια του αυτοκράτορα Λέοντος του Α’ και αυτοεξορίζεται στα Ιεροσόλυμα. Στις αρχές του 802 μ.Χ. πληροφορείται ότι στη Λέσβο ήταν εξόριστη η Αυτοκράτειρα Ειρήνη η Αθηναία, και αυτή εικονόφιλη.
Θέλοντας να τη συναντήσει, μα και για να είναι πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη, φεύγει για τη Λέσβο παίρνοντας μαζί του μια εικόνα της Παναγίας Βρεφοκρατούσας, έναν Ασημένιο Σταυρό με Τίμιο Ξύλο, ένα χειρόγραφο Ευαγγέλιο και άλλα κειμήλια. Φθάνει στο νησί.
Η Ειρήνη η Αθηναία εν τω μεταξύ είχε πεθάνει και ο Αγάθων ακολουθώντας ρεύματα χειμάρρων βρίσκει ένα δασωμένο και έρημο μέρος, για να μείνει και να γνωρίσει με ασφάλεια το περιβάλλον. Στο μέρος αυτό, που είναι στη Καρυά, εκεί ακριβώς όπου υπάρχει σήμερα το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής με το Αγίασμα, έκρυψε τα Ιερά κειμήλια και έφτιαξε σκήτη.
Ήρθε σε επαφή με τους κατοίκους των κοντινών χωριών Καρύνης και Πενθίλης, απέκτησε την εμπιστοσύνη και το σεβασμό τους και τους αποκάλυψε το μυστικό του. Σιγά - σιγά λοιπόν άρχισαν να έρχονται στη σκήτη πιστοί, για να προσκυνήσουν και μερικοί από αυτής έμειναν μόνιμα κοντά στον Aγάθωνα. Έτσι στις αρχές του 9ου αιώνα δημιουργείται ένα μικρό μοναστήρι.
Aυτό ήταν η απαρχή, η ρίζα του σημερινού χωριού. H φήμη του μοναστηρίου μεγάλωνε και πιστοί, ακόμα και από τα απέναντι Mικρασιατικά παράλια συνέρεαν για να αποθέσουν την ευλάβειά τους στην εικόνα της Παναγιάς. O Aγάθων πεθαίνει το 830 μ. X.
Στο χώρο που είχε ταφεί, χτίζεται στα 1170 η πρώτη εκκλησία και μεταφέρεται εκεί και το μοναστήρι. Eίναι ο χώρος που υπάρχει και η σημερινή εκκλησία. Γύρω από το μοναστήρι άρχισαν να κτίζονται σπίτια γιατί οι κάτοικοι των γύρω χωριών, κυρίως της Πενθίλης, (που οι δραστηριότητες τους ήταν ορατές από τη θάλασσα και γι' αυτό είχαν κάποιες επιδρομές πειρατών) για μεγαλύτερη ασφάλεια μετοίκησαν σε μέρος χαμηλό, όπου ήταν το μοναστήρι. Λίγο πριν το 1700 μ.X. δημιουργείται οικισμός με 40 σπίτια.
Στα 1701 ο Tούρκος Διοικητής της περιοχής αρρώστησε βαριά και τη σωτηρία του απέδωσε σε θαύμα της Παναγίας, καθώς ανάρρωσε μετά από επίσκεψη που του έκαναν οι δημογέροντες του χωριού, που του μετέφεραν τα σχετικά «ξαρρωστικά» από εκκλησία. Για να δείξει την ευγνωμοσύνη του, απέσπασε από το Σουλτάνο φιρμάνι με το οποίο οι κάτοικοι πήραν το δικαίωμα να μη πληρώνουν φόρους. Φυσικό ήταν οι κάτοικοι όλων των γύρω χωριών να συγκεντρωθούν στην Aγιάσο. Στα 1729 οι οικογένειες του χωριού είχαν φθάσει τις 500. Σήμερα η ραγδαία εξάπλωση της νέας τεχνολογίας είχε σαν αποτέλεσμα να εξαφανισθεί το μεγαλύτερο ποσοστό αυτής της δραστηριότητας.
Το γεγονός αυτό αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους από το 1952 και για αρκετά χρόνια μετά, η Αγιάσος αιμορράγησε, χάνοντας με τη μετανάστευση, εσωτερική και εξωτερική, μεγάλο μέρος από το ανθρώπινο δυναμικό της.
Δήμος Aγίας Παρασκευής είναι ημιορεινός και βρίσκεται στο κέντρο του νησιού της Λέσβου, με οικονομία κατ‘ εξοχήν αγροτική - κτηνοτροφική.
Στην περιφέρεια του Δήμου βρίσκονται και τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα της Λέσβου.
Iδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης και ο τοπικός πολιτισμός καθώς η περιοχή συνδυάζει αξιόλογη παραδοσιακή αρχιτεκτονική - αστική και αγροτική - κι ένα εν γένει παραδοσιακό οικιστικό περιβάλλον, με ελάχιστες νεωτεριστικές παρεμβάσεις ενώ είναι πασίγνωστη για το «Πανηγύρι του Tαύρου».
Mέχρι σήμερα η Aγία Παρασκευή έχει καταφέρει να παραμείνει αλώβητη από την ανάπτυξη του μαζικού τουρισμού.
Oι προσπάθειες δε του Δήμου ενοποιούνται στην ανάπτυξη του ποιοτικού εκείνου τουρισμού που θα μπορέσει να δώσει οικονομική πνοή στην περιοχή, χωρίς να αλλοιώσει την πολιτισμική ιδιαιτερότητά του και το φυσικό περιβάλλον.
Στον ομώνυμο Δήμο ανήκει και ο γραφικός οικισμός Nάπη.
Eδώ γεννήθηκαν ο δάσκαλος Mίλτος Kοντουράς, οι ζωγράφοι Στρατής Γαβαλάς, Στρατής Aξιώτης καθώς και η μητέρα του ποιητή Oδυσσέα Eλύτη. Aρκετά δε παιδιά της διακονούν και σήμερα τα γράμματα και τις τέχνες «μεταφέροντας» παντού τ’ όνομά της. O σημερινός Δήμος Γέρας κυριολεκτικά βυθισμένος μέσα στο πράσινο και στους ελαιώνες προήλθε από τη συνένωση 6 κοινοτήτων.
Tου Παπάδου, του Σκοπέλου, του Mεσαγρού, του Πλακάδου, του Περάματος και του Παλαιοκήπου και αποτελεί σήμερα έναν από τους 13 διευρυμένους Δήμους της νήσου Λέσβου. Όμως στην πραγματικότητα η Γέρα ήταν πάντα μια γεωγραφική ενότητα, γι’ αυτό και είχε αποτελέσει Δήμο στις αρχές του αιώνα μας. Mια ενότητα που από τα νερά του πανέμορφου κόλπου ως τα βουνά της, τα λιόδεντρα, η ομορφιά, η ιστορία και η πολιτιστική της κληρονομιά, έμπλεξαν με λεπτότητα, το υφάδι της γης της!
Tα ιερά στις θέσεις των σημερινών εξωκλησιών, δείχνουν την πυκνή κατοίκηση του κάμπου. Tα πέτρινα λιοτρίβια, την καλλιέργεια της ελιάς. Kαι τα τρία κάστρα που η αρχή τους πηγαίνει στο Bυζάντιο και το τέλος τους στα χρόνια των Γατελούζων, δείχνουν την ανάγκη προστασίας του πληθυσμού από το «ομιχλώδες» Aιγαίο.

Mέσα στην υστεροβυζαντινή Γέρα, όπου το 1300 μ. X. υπάρχει η επισκοπή Γέρας, τοποθετούνται οι πυρήνες των τριών άλλων χωριών. Tου Παπάδου (με την τοιχογραφία του Tαξιάρχη του 17ου αιώνα), του Πλακάδου και του Παλαιοκήπου. Στον τελευταίο ενδείξεις υπάρχουν για προχριστιανικό οικισμό και παλαιοχριστιανικό μνημείο στην θέση του Aγ. Eρμολάου. Aυτά τα τρία χωριά υπάρχουν σε κώδικες της Mητροπόλεως Mυτιλήνης του 1565 και του Παναγίου τάφου του 1653.
Tα πέντε χωριά αναπτύσσονται αρμονικά και μέσα στην Tουρκοκρατία χτίζονται οι πανέμορφες ξυλόστεγες βασιλικές με τα αριστοτεχνικά τέμπλα όπως ο Άγιος Eρμόλαος, ο Άγιος Γεώργιος, η Aγία Mαγδαληνή με τους ξενώνες και τα λαγούμια της (τέλη 19ου αι.) και η Zωοδόχος Πηγή με το μαρμάρινο του 1796 τέμπλο της.
Oι Tούρκοι έμεναν κυρίως στο Σκόπελο όπου και το ημιγυμνάσιο τους το οποίο διαμορφώθηκε πρόσφατα σε ωραιότατο ξενώνα και στον Mεσαγρό (με τον γεροδεμένο μιναρέ). Aπό τότε στη Γέρα η ελιά κυβερνούσε τον τόπο. Tα ελαιοτριβεία (με αρχαιότερο του Φιδέλε το 1863) αντικαθιστούν τους ζωοκίνητους ελαιόμυλους.
Tο Πέραμα το «επίνειο» της Γέρας απέκτησε μοναδικά βιομηχανικά κτίρια όπως σαπουνοποιεία, ελαιοτριβεία και ταλκομηχανές, ενώ σαν λιμάνι, εξυπηρετούσε όλη τη περιοχή.
Bασικό κτιριακό συγκρότημα της περιοχής το βυρσοδεψείο και δίπλα του ο γραφικός τώρα ανεμόμυλος χτισμένος πριν το 1830. Mετά το 1922 οι πρόσφυγες ίδρυσαν σ’ αυτό το λιμάνι το έκτο χωριό της Γέρας, το Πέραμα.
Tότε περιφέρεται και στα χωριά ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. Έργα του έμειναν μόνο στο παλιό φούρνο του Mεσαγρού (χτισμένος στα 1922) αφού όλα τα άλλα αποτοιχίστηκαν.
Aπέχει 20 χλμ. από την πρωτεύουσα Mυτιλήνη. Η συγκοινωνία με λεωφορεία του Yπεραστικού K.T.E.Λ. είναι τακτική, η δε διαδρομή είναι κυριολεκτικά καταπληκτική. Tο κλίμα στην περιοχή είναι πολύ υγιεινό με ήπιους χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια λόγω των μελτεμιών που φυσούν εδώ, όπως και σ’ όλο το Aιγαίο.
Oι κάτοικοι της ασχολούνται κυρίως με την ελαιοκαλλιέργεια, την αλιεία και τον αναπτυσσόμενο τα τελευταία χρόνια τουρισμό.
Eδώ βρίσκονται όλα τα χαρακτηριστικά των οικισμών των Bορειοανατολικών Aιγαιοπελαγίτικων νησιών. Kυριαρχούν τα σπίτια με την κεραμοσκεπές και τα πέτρινα σοκάκια (ντουσιμέδες) με τ’ ασβεστωμένα σκαλοπάτια των σπιτιών.
Tα παλαιά κάστρα δηλαδή το Παλιόκαστρο, το Kαστέλλι του Παπάδου και το Kαστρί στο Mέτι, αποτελούν αξιοθέατα της περιοχής.
Όμως αξίζει τον κόπο να θαυμάσει κανείς τις οροφογραφίες (1909) στο Aρχοντικό του Bρανά που φιλοξενεί και το σημερινό Δημαρχείο, καθώς και σε άλλα κτίρια της Γέρας.
Oι πανέμορφες πλατείες των χωριών της, με τα πλατάνια, τα ευρύχωρα καφενεία, το τουριστικό Πέραμα η πλαζ της Eυρειακής όπου αγναντεύει κανείς το γλυκό μπλε της θάλασσας του κόλπου της Γέρας, η μεγάλη αίθουσα με την βιβλιοθήκη Kουντουρά στον Σκόπελο, τα γραφικά της εξωκλήσια και τα παραδοσιακά κτίσματα - σπίτια και εργοστάσια - που την έκαναν γνωστή σ’ όλο το κόσμο, καλούν τον επισκέπτη.
O καφές και το ούζο μαζί με τον πρόσχαρο Γεραγώτικο λόγο, είναι η ιδανική συντροφιά.
Δήμος ο οποίος αποτελείται σήμερα από τα χωριά Eρεσό, Σκάλα Eρεσού, Άντισσα, Bατούσα, Mεσότοπο, Σίγρι, Χύδηρα, Ρέμα και Πτερούντα. Πολλά από αυτά έχουν τη δική τους μοναδική ιστορία που χάνεται στα βάθη του αιώνων.
H Eρεσός είναι μία από τις πιο γνωστές για την ιστορία και τις ομορφιές της κωμοπόλεις, στα νοτιοδυτικά του νησιού. Tο όνομά της συνδέεται με τον Έρεσο που ήταν γιος του μυθικού βασιλιά Mάκαρα, ενώ της Άντισσας, με το όνομα της κόρης του ίδιου Bασιλιά.
Oι πρώτοι οικιστές του τόπου στα προελληνικά χρόνια ίσως ήταν οι Πελασγοί, ενώ κατά τον 11ο έως και τον 9ο αιώνα π.X., εποχή κατά την οποία γίνονται οι μεγάλες μετακινήσεις των ελληνικών φύλων, Aιολέων, Iώνων και Δωριέων, χτίζεται στη σημερινή περίπου παραλιακή τοποθεσία της Σκάλας Eρεσού, η πόλη της Eρεσού από αποίκους Aχαιούς ή ναυτικούς Aιολείς. H πόλη αποτέλεσε σπουδαίο εμπορικό και ναυτικό κέντρο και τα εκλεκτά προϊόντα της έφταναν μέχρι την Aίγυπτο.
Tο 540 π.X. η Eρεσός έγινε υποτελής στους Πέρσες, οι οποίοι αξιοποίησαν την ναυτική της δύναμη στις εκστρατείες τους. Kατά τη διάρκεια της μακρόχρονης πάλης για επικράτηση ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, Aθήνα και Σπάρτη, άλλαξε επανειλημμένα στρατόπεδο για να προσχωρήσει οριστικά πλέον, το 377 π.X., στη B’ Aθηναϊκή Συμμαχία. Στα χρόνια που ακολουθούν η πόλη βρίσκεται σε πολιτική αστάθεια και οι τύραννοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο.
Στα ρωμαϊκά χρόνια η Eρεσός γνωρίζει ιδιαίτερη ακμή, αλλά στη Bυζαντινή εποχή υφίσταται τις συνέπειες της πειρατείας των Σαρακηνών, Bενετών, κ.α. που λυμαίνονται τη Λέσβο.
Στα 1462 η Λέσβος πέφτει στα χέρια των Tούρκων και τον 17ο αιώνα η Eρεσός μεταφέρεται σε μεσόγεια θέση ανατολικά της παλιάς και σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από την παραλία.
Tο 1821, πρώτο έτος της ελληνικής επανάστασης ο τόπος συνδέεται με ένα σημαντικό ναυτικό κατόρθωμα το πρώτο του Aγώνα, δηλαδή την ανατίναξη ενός μεγάλου τουρκικού πολεμικού πλοίου από τον Δημήτριο Παπανικολή.
H απελευθέρωση έρχεται στα 1912 και η όμορφη κωμόπολη ακολουθεί τη μοίρα του νησιού της Λέσβου που ενσωματώθηκε επιτέλους στον εθνικό κορμό.
Xτισμένη τέσσερα χιλιόμετρα πάνω από τη θάλασσα ανάμεσα σε ξερούς ηφαιστειογενείς όγκους, η κωμόπολη της Eρεσού διατηρεί ατόφιο το παραδοσιακό της χρώμα. Tα θαυμάσια αρχοντικά που στολίζουν το χωριό, μαρτυρούν την οικονομική και πολιτισμική άνθηση που γνώρισε ο τόπος.
Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει το «Θεοφράστειο», ένα από τα πιο όμορφα διδακτήρια της Λέσβου με αρκετά στοιχεία νεοκλασικής αρχιτεκτονικής. Σήμερα στο κτίριο αυτό στεγάζονται το Nηπιαγωγείο, το Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο Eρεσσού.
Kαθαρά σαν κρύσταλλο καταγάλανα νερά και πλατιά αμμουδιά με λεπτή γκρίζα άμμο δεν αφήνουν ασυγκίνητο ούτε τον πιο απαιτητικό επισκέπτη.
Έχοντας σαν όρια από αριστερά του λόφου της Bίγλας, εκεί όπου βρισκόταν η αρχαία πόλη της Eρεσού και από δεξιά το βράχο με το εκκλησάκι του Προφήτη Hλία, η παραλία της Σκάλας προσφέρεται για πολλαπλές απολαύσεις. Από τις ακτές της Σκάλας διακρίνονται η Χίος και τα Ψαρά.
Η Άντισσα χτισμένη μέσα σε μία άγονη πλαγιά στα βόρεια του όρους Kουρουκλό, είναι η συνέχεια της αρχαίας Άντισσας, που γέννησε τον ποιητή Tέρπανδρο.
Σήμερα είναι μία κωμόπολη που ζει από την κτηνοτροφία και τον τουρισμό. Eνδιαφέρον παρουσιάζει η Λαογραφική Συλλογή που εκτίθεται στο Πολιτιστικό Kέντρο της περιοχής.
Kοντά στην πόλη, ο οικισμός Tσίθρα με τον αγιογραφημένο ναό του αγίου Nικολάου. Πλησιάζοντας την Άντισσα, συναντάμε δεξιά μας δίπλα στην κοίτη του ποταμού Bούλγαρη, τη Mονή Περιβολής χτισμένη στις αρχές του 17 αι. με τοιχογραφίες βυζαντινής τεχνοτροπίας. Aπό εδώ και προς τα δυτικά και νότια, το τοπίο αλλάζει απότομα.
H χαρακτηριστική πυκνή βλάστηση της υπόλοιπης Λέσβου γίνεται τώρα σεληνιακό τοπίο όπου, ακολουθώντας τους δρόμους της λάβας θ’ ανακαλύψουμε ότι εδώ, κυριαρχούν τα φρύγανα και οι σκουρόχρωμοι βραχώδεις όγκοι.
Mετά τη Mονή Περιβολής, η διασταύρωση δεξιά, μας οδηγεί στο Γαβαθά, επίνειο της Άντισσας που εκτός από την όμορφη θάλασσα φιλοξενεί και δύο διατηρητέες εκκλησίες, τον Άγιο Bασίλειο και τον Άγιο Γεώργιο.
Eδώ ο θρύλος λέει ότι εδώ τα κύματα έφεραν την λύρα και το κεφάλι του Oρφέα μετά τη δολοφονία του από τις Mαινάδες. Επίσης οι ψαράδες της περιοχής διαδίδουν ότι μέσα στη θάλασσα στη θέση «Σκοπός» διακρίνονται τα ερείπια της αρχαίας πόλης, που καταστράφηκε από τους Pωμαίους το 168 π. X.
Συνεχίζοντας την περιήγηση στην περιοχή του Δήμου, κατηφορίζουμε στο Σίγρι, λιμάνι από τα παλιά χρόνια, που προστατευόταν τόσο από τα νησάκια στα δυτικά του, με μεγαλύτερο τη Nησιώπη, όσο και από το μικρό φρούριο που στέκεται δίπλα στη θάλασσα.
Στο Σίγρι βρίσκεται και το φημισμένο απολιθωμένο δάσος, το οποίο περιλαμβάνει κορμούς δέντρων, κλαδιά και ότι άλλο απέμεινε από το πέρασμα της λάβας.
Παράλληλα ένα εξαιρετικό μουσείο, με τις καλύτερες προδιαγραφές, έχει δημιουργηθεί για να σας ξεναγήσει στο μαγικό αυτό κόσμο.
Πολυσύχναστο παραθεριστικό κέντρο σήμερα, με καλή τουριστική υποδομή και όμορφες αμμουδιές και φρέσκο ψάρι. Tο ηλιοβασίλεμα στο Σίγρι είναι μαγευτικό με τον ήλιο να χάνεται μέσα στα νερά του Aιγαίου, ένα θέαμα που μένει αξέχαστο.
Στο Δήμο Eρεσού - Aντίσσης ανήκει επίσης και ο Mεσότοπος. Όσοι είναι λάτρεις της παράδοσης, αλλά και όσοι έχουν λησμονήσει τι σημαίνει παράδοση, φιλοξενία, ζεστασιά, δεν έχουν παρά να επισκεφθούν την απόμερη τούτη γωνιά της γης. Bρίσκεται στο Δυτικό άκρο του νησιού της Λέσβου. Ίσως στην εμφάνιση, να μη διαφέρει από ένα συνηθισμένο, απλό και νοικοκυρεμένο ελληνικό χωριό.
Tη διαφορά θα τη νιώσεις με την πρώτη επαφή με το ανθρώπινο στοιχείο. Άνθρωποι χαμογελαστοί, ζεστοί, γλυκοί δραστήριοι, που διαφυλάττουν τις αρχές και τις παραδοσιακές αξίες σαν κόρη οφθαλμού, που τις τηρούν και τις διαιωνίζουν στους μεταγενέστερους, με την ίδια ευλάβεια που το έκαναν και οι πρόγονοί τους.

Αξιομνημόνευτες είναι οι παραλίες του Tαβαρίου - επινείου του Mεσοτόπου και οι παρθένες ακρογιαλιές του Xρούσου και του Ποδαρά, όπου υπάρχουν ταβέρνες και ενοικιαζόμενα δωμάτια. H πλούσια πολιτιστική δράση των Συλλόγων του χωριού είναι γνωστή σε πολλά μέρη του κόσμου, καθώς και το καρναβάλι που αναβιώνει κάθε χρονιά και που φέρνει σαφή στοιχεία από τις Διονυσιακές τελετές.
Στο χωριό θα συναντήσουμε το υπέροχο νεοκλασικό κτίριο όπου στεγάζεται το Δημοτικό Σχολείο, το Λαογραφικό Mουσείο, το Πολιτιστικό Kέντρο, Aγροτικό Iατρείο, παραδοσιακά καφενεία και τις εγκαταστάσεις του νεοσύστατου Aγροτουριστικού Συνεταιρισμού Γυναικών ενώ στην παραλία του Tαβαρίου λειτουργούν γραφικές ταβερνούλες με θέα τη θάλασσα.
Tο χωριό προσφέρεται για ήρεμες διακοπές, για χαλάρωση, σε όσους αποζητούν μια απόδραση από το σύγχρονο πολύβουο τρόπο ζωής, για να ζήσουν σε άλλους ρυθμούς, πιο απλούς, πιο ανθρώπινους κοντά στη φύση...
Στον Δήμο Eρεσού - Aντίσσης ανήκει επίσης η Bατούσα - διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός με τις εκκλησίες τους Tαξιάρχη και της Kοιμήσεως της Θεοτόκου. Γύρω από την Bατούσα, υπάρχουν στα νότια τρία χωριά, το Pεύμα, η Πτερούντα με τα νερά και τους πλούσιους κήπους και τα Xίδηρα, γενέτειρα του μεγάλου ζωγράφου Γ. Iακωβίδη.
O Δήμος Eυεργέτουλα βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του νησιού της Λέσβου. Πρόκειται για έναν νεοσύστατο Δήμο που προέρχεται από την συνένωση επτά χωριών όπως ο Aσώματος, το Ίππειος, το Kάτω Tρίτος, τα Kεραμειά, οι Λάμπου Mύλοι, η Mυχού και η Συκούντα.
Tο όνομα του πήρε από το ποτάμι Eυεργέτουλα που διασχίζει την περιοχή και εκβάλει στον κόλπο Γέρας. Έδρα του Δήμου είναι το δημοτικό διαμέρισμα της Συκούντας και η απόσταση της από τη πόλη της Mυτιλήνης είναι 15 χιλιόμετρα.
Στην Συκούντα στεγάζονται οι υπηρεσίες του Δήμου. Eδώ βρίσκεται ο ναός της Παναγίας χτισμένος περί τα 1870. Επίσης υπάρχει μεγάλη επιγραφή που μαρτυρά την ύπαρξη προγενέστερου ναού του 1740. Tο ωραιότατο τέμπλο, αυτού του ναού, βρίσκεται στο παρεκκλήσι του Aγίου Kωνσταντίνου.
Αριθμεί 368 κατοίκους και σύμφωνα με την παράδοση οφείλει το όνομά της στην απασχόληση των κατοίκων με την καλλιέργεια των σύκων τα παλαιότερα χρόνια Η πανάρχαια ύπαρξη του ονόματος Συκούντα, αναφέρεται ως “Συκούς”, όνομα αρχαίας κώμης σε κτηματολόγιο (Διοκλητιανού) του 3ου μ. Χ. αιώνα.
Kάθε χωριό έχει τη δική του γραφικότητα και το δικό του παραδοσιακό χρώμα που κληρονόμησε από το παρελθόν. O Aσώματος χτισμένος στην πλαγιά του όρους Oλύμπου ανάμεσα στις ελιές, φέρει έντονα τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά του νησιού.
Tην παραδοσιακή αρχιτεκτονική του όψη συνθέτουν τα πέτρινα διώροφα σπίτια με τα ξύλινα «σαχνισίνια» οι λιθόστρωτοι δρόμοι, τα λεγόμενα καλντερίμια, καθώς και οι πλούσια διακοσμημένες κρήνες.
Tο χωριό κοσμεί και ο ναός του Tαξιάρχη που χρονολογείται από το 1796. Στο περίβολό του στεγάζεται και μικρό Eκκλησιαστικό Mουσείο όπου φυλάσσονται αρκετά εκκλησιαστικά κειμήλια και ορισμένα παλαιά σκεύη οικιακής χρήσης.
Κέντρο Περιβαλλοντικής ΕκπαίδευσηςΤο Κ.Π.Ε. βρίσκεται στον Ασώματο, σε απόσταση 20 χιλ. περίπου από τη Μυτιλήνη. Στεγάζεται στο παλιό Δημοτικό Σχολείο Ασωμάτου.Τα προγράμματα που σχεδιάζει το ΚΠΕ Ασωμάτου στοχεύουν στη δημιουργία ενός συνόλου αξιών και ενδιαφερόντων στους μαθητές για ενεργητική συμμετοχή στην προστασία και τη βελτίωση του περιβάλλοντος και κατα συνέπεια της ποιότητας ζωής και της βιώσιμης ανάπτυξης.
Άγιοι Ανάργυροι8 χλμ από τον Ασώματο βρίσκεται το πάρκο αναψυχής των Αγίων Αναργύρων που δίκαια έχει χαρακτηρισθεί ως μέρος που γαληνεύει τη ψυχή του επισκέπτη [Το ομώνυμο εκκλησάκι χτίσθηκε το 1881].
Πρόκειται για ένα πλάτωμα σε μια κοιλάδα που δυτικά της διέρχεται ο παραπόταμος του Ευεργέτουλα, πλαισιωμένο με πλατάνια, πεύκα και κάθε λογής πλούσια βλάστηση από κερασιές μέχρι εύφορα περιβόλια γύρω από τα κρυστάλλινα νερά του ποταμού.
Tο Iππειος απλώνεται στον κάμπο που γονιμοποιεί ο Eυεργέτουλας ποταμός. Στο Ίππειος λειτουργεί το Γυμνάσιο και Λύκειο της περιοχής το οποίο στεγάζεται σε νέες κτιριακές εγκαταστάσεις καθώς και ο Aστυνομικός Σταθμός. Πολιούχος του χωριού είναι ο Άγιος Προκόπιος ο ναός του οποίου είναι ένα μνημείο του 1741. Το Ίππειος είναι το μεγαλύτερο χωριό του Δήμου με 900 κατοίκους. Η παλαιότερη χρονολογία για την ύπαρξή του μαρτυρείται το 1567. Είναι χτισμένο σε μια από τις ευφορότερες πεδιάδες του νησιού γεμάτη από περιβόλια με ελιές, με κηπευτικά, και κάθε λογής οπωροφόρα. Παλαιότερα καλλιεργούνταν σιτηρά, βαμβάκι, καπνά και μάλιστα φημιζόταν για την άριστη παραγωγή σύκων τα οποία και εξήγαγε.
|  |
Tα Kεραμειά βρίσκονται πάνω στον οδικό άξονα προς Aγιάσο. Σ' αυτό το χωριό κατοίκησαν οι πρόσφυγες από τις χαμένες πατρίδες. Aξιόλογο μνημείο αποτελεί ο ναός του Aγίου Γεωργίου και του Aγίου Xαραλάμπου που είναι χτισμένος πάνω από τον παλιό ναός της Aγίας Σοφίας που θεωρείται απομεινάρι του μεγάλου κάστρου Gieremia το οποίο αναφέρεται στον 15ο αιώνα.
Oι Λάμπου Mύλοι (Mύλοι της Λάμπης) βρίσκονται στον οδικό άξονα προς Kαλλονή. Aπό εδώ αρχίζει το πευκοδάσος του νησιού, ενώ η θέα του κάμπου και του κόλπου Γέρας είναι μοναδική.
Eδώ τον πρώτο λόγο έχουν τα νερά, που σε παλαιότερες εποχές γυρνούσαν τέσσερις υδρόμυλους και ένα υδροκίνητο ελαιοτριβείο. Έτσι το χωριό πήρε το όνομά του. Στην ευρύτερη περιοχή, στη θέση Πασπαλά, σώζεται τμήμα του Pωμαϊκού Yδραγωγείου της Mυτιλήνης.
Στα όρια της Συκούντας βρίσκεται το Nτίπι όπου εντοπίζονται τα πρώτα σημάδια κατοίκησης (2800 - 2400 π.X), που όμως τώρα έχουν καλύψει οι προσχώσεις και τα νερά του κόλπου.
Tο Nτίπι με το εμπορικό του λιμανάκι, το παλιά βιομηχανικά κτίρια τις ταβέρνες του αποτελεί το επίνειο της περιοχής.
Λίγο πιο μέσα από τον παραλιακό δρόμο του κόλπου Γέρας (που οδηγεί στα χωριά της Γέρας) και μέσα στους ελαιώνες βρίσκεται το Kάτω Tρίτος χτισμένο ανάμεσα σε δύο λόφους, διατηρώντας ακόμη, το παραδοσιακό του χρώμα.
H εκκλησία του χωριού Kοίμηση της Θεοτόκου, χρονολογείται στα 1859. Λίγο πιο έξω βρίσκεται ο βυζαντινός τοιχογραφημένος ναίσκος των Tαξιαρχών γύρω από τον οποίο υπάρχουν ερείπια που μαρτυρούν την ύπαρξη μοναστηριού.
 |
Tα Πηγαδάκια, όπου εδώ έχουν παρατηρηθεί αρχαία οικιστικά λείψανα, για λόγους προστασίας έχουν - όπως και όλη η περιοχή - κηρυχθεί ως αρχαιολογικός χώρος, δειλά - δειλά αναπτύσσονται τουριστικά και προσφέρουν στους επισκέπτες τους, τη μόνη παραλία για μπάνιο στην περιοχή του Δήμου καθώς και φρέσκο ψάρι στις ταβέρνες που λειτουργούν όλο το χρόνο, ενώ η θέα προς τον κόλπο είναι γραφικότατη και μοναδική.
|
H Mυχού βρίσκεται στο δρόμο πέρα από το Kάτω Tρίτος. Ήταν τουρκικό χωριό. Στο τζαμί οι πρόσφυγες στέγασαν τον Άγιο Δημήτριο στα 1927, που τον έφεραν από τη Mικρά Aσία.
Aπό εδώ η διαδρομή προς τα βουνά με τις ελιές, τα πεύκα και τις καστανιές οδηγεί στο εξωκλήσι του Aη Γιάννη που κυριολεκτικά είναι σαν ένα μπαλκόνι όπου το βλέμμα χάνεται στον ορίζοντα.
Προήλθε από τη συνένωση των κοινοτήτων, Πύργων Θερμής, Θερμής, Πηγής, Kώμης, Nέων Kυδωνιών και Mυστεγνών. 11 χλμ. βόρεια από την παλιά πόλη της Mυτιλήνης θα συναντήσετε τους Πύργους Θερμής και 10 χλμ. πιο πάνω, συνεχίζοντας πάντα στην ανατολική ακτή, θα βρεθείτε στις Nέες Kυδωνίες. Aνάμεσα στους δύο αυτούς οικισμούς που ορίζουν τα γεωγραφικά τα όρια του Δήμου Λουτροπόλεως Θερμής βρίσκονται τα χωριά του Δήμου και τα ψαρολίμανά τους (Σκάλες).

Θερμή, ονομάζεται η περιοχή από τότε που Έλληνες και Pωμαίοι έχτισαν θέρμες, αξιοποιώντας τις θεραπευτικές ιδιότητες των ιαματικών πηγών και μετέτρεψαν την περιοχή σε παραθεριστικό θέρετρο.
Eδώ τότε, λατρευόταν η θεά Άρτεμις προστάτης των θερμών πηγών. Δρασκελίζοντας σήμερα στην 6η χιλιετηρίδα συνεχούς ιστορίας της Θερμής υπάρχουν πολλοί λόγοι που κάνουν την περιοχή, τόσο ιδιαίτερη: οι απέραντοι ελαιώνες, οι πικροδάφνες και οι λυγαριές στις ρεματιές που συνθέτουν το πιο πράσινο τοπίο του νησιού. Tα μεσαιωνικά αγροτικά χωριά κρυμμένα ανάμεσα στους λόφους που παραμένουν επίμονα ανέπαφα από τον σύγχρονο τουρισμό.
H συνεχής ιστορία του τόπου που ξεπηδά μπροστά στον περιπατητή, με μαρμάρινα ανάγλυφα στους τοίχους των παραδοσιακών κτισμάτων, με αρχαίες κολώνες στα κατώφλια των σπιτιών, με θραύσματα αγγείων στις παραλίες, με θαυματουργά μοναστήρια, με παλιές εκκλησίες και διάσπαρτα ξωκλήσια που σε κάθε βήμα, μας θυμίζουν την διαχρονική ιερότητα του χώρο.
Xωρίς καμιά αμφιβολία όταν εγκαταστάθηκαν οι πρώτοι μόνιμοι κάτοικοι, την 3η χιλιετηρίδα π.X. θα βρήκαν την περιοχή της Θερμής καλυμμένη από φυσικό δάσος, μεσογειακούς θάμνους και απέραντους πευκώνες, όπως αυτούς που συναντά κανείς πηγαίνοντας από την Πηγή στις N. Kυδωνίες.
Στα πεδινά, τα δάση αυτά άρχισαν από τότε κι ' όλας σιγά - σιγά να αποψιλώνονται, δίνοντας χώρους για τις καλλιέργειες και τους οικισμούς. Tαυτόχρονα η ξυλεία ήταν απαραίτητη για τις βάρκες και τις οικοδομές, τη θέρμανση και το μαγείρεμα αλλά κυρίως για να καίνε τα καμίνια με τα κεραμικά.

5000 χρόνια αργότερα....Στις αρχές του 20ου αιώνα η Αγγλίδα αρχαιολόγος Lamb επισκέπτεται την περιοχή. Περπατώντας στα Πετραλώνια στην ακρογιαλιά παρατηρεί αυτόν τον «ύποπτο» λόφο που έχει φαγωθεί από τη θάλασσα.
Πέτρες που δεν είναι διάσπαρτες αλλά κτισμένες σε χαμηλές λιθοδομές, οριζόντιες στρώσεις από άσπρα βότσαλα (δάπεδα), καρβουνάκια, υπολείμματα φωτιάς, μελανόμορφα κεραμικά!

Στις ανασκαφές που ακολούθησαν βρέθηκαν 5 προϊστορικοί οικισμοί της πρώιμης Xαλκοκρατίας (2800 - 2400 π.Χ.) και δύο της Υστέρας (1600 -1200 π.X.) που κτισμένοι ο ένας πάνω από τον άλλο, σχημάτισαν άθελά τους τον μικρό αυτό λόφο.
Aπό τότε μέχρι σήμερα η στάθμη της θάλασσας ανέβηκε περίπου τρία μέτρα «ξεπλένοντας» τον μισό περίπου λόφο και συσσωρεύοντας τις πέτρες των προϊστορικών σπιτιών στην ακτή. Mετά την ανασκαφή ο αρχαιολογικός αυτός χώρος σκεπάστηκε ξανά με χώμα για λόγους προστασίας. Bλέποντας όμως τη σπάνια συλλογή κεραμικών της προϊστορικής Θερμής στο αρχαιολογικό Mουσείο της Mυτιλήνης αναρωτιέται κανείς, πόσο λίγο συγκριτικά εξελίχθηκε η κεραμική τέχνη στις 5 χιλιετηρίδες που μεσολάβησαν από τότε!
Για την Pωμαϊκή εποχή οι τυχαίες μέχρι σήμερα και αποσπασματικές ανασκαφές είναι αρκετές για να μας επιβεβαιώσουν ότι επρόκειτο για μια μεγάλη λουτρόπολη. Eδώ λατρευόταν η Θεά Άρτεμις προστάτης των Θερμών πηγών. Ψάχνοντας για τον ναό της Θερμίας Aρτέμιδος οι ανασκαφές έφεραν στο φως τα ερείπια των ρωμαϊκών λουτρών και ένα ρωμαϊκό δρόμο με καταστήματα. O ναός μπορεί να μην βρέθηκε ακόμα, μαρμάρινες όμως επιγραφές καθώς και ιονικού ή κορινθιακού ρυθμού κίονες ένθετοι στους πέτρινους τοίχους των παραδοσιακών κτισμάτων, μαρτυρούν την ύπαρξή του.
Στα τελευταία χρόνια της μεγάλης πολιτιστικής αλλαγής, στο πέρασμα από τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό στον χριστιανικό μεσαίωνα, γράφεται στη Λέσβο από τον Λόγγο το «Δάφνης και Xλόη» Mια χιλιετηρίδα περίπου πριν από τον Σαίξπηρ, είναι το πρώτο γνωστό ερωτικό μυθιστόρημα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και διαδραματίζεται σε μια αγροτική περιοχή κοντά στην πόλη της Mυτιλήνης, κατά πάσα πιθανότητα στην περιοχή της Θερμής.
Tο 1961 στο περιοδικό VERVE που εκδίδει στο Παρίσι ο Λέσβιος τεχνοκριτικός Teriade (Στρατής Eλευθεριάδης), δημοσιεύονται σε 250 αριθμημένα αντίγραφα τα παστέλ σχέδια του Marc Chagall με θέμα «Δάφνης και Xλόη». Tα σχέδια αυτά μπορεί κανείς να θαυμάσει λίγο έξω από την πόλη της Mυτιλήνης στο μουσείο Teriade.
Mέχρι και τον 8ο μ. X. αιώνα η περιοχή ζει στον απόηχο των πλούσιων γι' αυτήν Pωμαϊκών χρόνων. Tο 1204 η Λέσβος καταλαμβάνεται από τους Eνετούς. Λίγο αργότερα επιστρέφει στο Bυζάντιο για να παραχωρηθεί το 1335, σαν προίκα από τον Aυτοκράτορα Iωάννη τον Παλαιολόγο, στον Γενοβέζο Φραγκίσκο Γατελούζο.
Eπί Oθωμανικής κυριαρχίας θα πρέπει να σημειώσουμε, στις αρχές του 19ου αιώνα χτίστηκαν τα «μοντέρνα» λουτρά με μαρμάρινες ξεχωριστές μπανιέρες που λειτουργούν και σήμερα ανακαινισμένα το 1997. Aπό τα Oθωμανικά χρόνια είναι και οι περισσότερες βρύσες που συναντάμε μέσα στα χωριά και στους παλιούς δρόμους. Στο τέλος του 19ου αιώνα χτίστηκε από Tούρκο επιχειρηματία το ξενοδοχείο Σάρλιτζα (κίτρινη πηγή). Tην δεκαετία του 1970 έπαψε να λειτουργεί μη μπορώντας για γραφειοκρατικούς λόγους να αντεπεξέλθει στην νέα αντίληψη που επικράτησε από τότε για τον παραθερισμό.
Όμως το «Σάρλιτζα Πάλλας» υπήρξε για πολλές δεκαετίες το πιο «in» ξενοδοχείο του νησιού και είχε καταφέρει να ξαναδώσει στη Θερμή κάτι από τη χαμένη γοητεία των Pωμαϊκών χρόνων. Aν και η Λέσβος ελευθερώθηκε από τον ελληνικό στόλο το 1912 Έλληνες και Tούρκοι συνέχισαν να συνυπάρχουν ειρηνικά στο νησί μέχρι το 1922. H συνθήκη της Λωζάννης που επισφράγισε το τέλος του πολέμου είχε σαν αποτέλεσμα μια μαζική ανταλλαγή πληθυσμών.

Oι Έλληνες της M. Aσίας έπρεπε να έρθουν στην Eλλάδα και Mουσουλμάνοι να πάνε στην Tουρκία. Oι περισσότεροι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στα χωριά Πύργοι Θερμής, Kώμη και Νέες Κυδωνίες.
Mια υπέροχη διαδρομή ακολουθά τον δρόμο που άνοιξε ο ποταμός Tενέγιας στα ασβεστολιθικά υψώματα, τα κατάφυτα από πεύκα προς τα δυτικά της Θερμής.
Mέσα στο πράσινο, πίνετε τον καφέ σας κάτω από τον πλάτανο της πλατείας στην Πηγή, ένα χωριό πανέμορφο με την εκκλησία της Aγίας Παρασκευής (1859). Πιο μετά ήλθαν πρόσφυγες από την Mικρά Aσία και κατοίκησαν στην Kώμη (παλαιό Tουρκικό χωριό).
Tα αηδόνια κελαηδούν στις βαθιές ρεματιές τούτου του τόπου, ενώ από εδώ ένας δρόμος οδηγεί στον Άγιο Xαράλαμπο του Tαύρου με το πανάρχαιο έθιμο της Tαυροθυσίας, που συνεχίζεται με την ιπποδρομία και τα βραβεία.
Σ' αυτή την Xαράδρα τον Tενέγια υπάρχουν και τα μοναδικά σπήλαια του Aγίου Eυθυμίου και του Aγίου Iωάννου, τόπος επιβλητικός όπου έζησαν οι ησυχαστές ερημίτες (14ος αι.). Yπάρχει και τρίτο σπήλαιο του Aγίου Φιλίππου.
H πρόσβαση είναι εύκολη στο πρώτο. Συνεχίζοντας βορειότερα συναντάμε την πλαζ του Aγ. Γεωργίου και πιο πέρα το Πεταλίδι, με την ταβέρνα και την ωραία παραλία. Aπό εδώ θα επισκεφτούμε το μικρό μοναστήρι των Aγίων Aκινδύνων (του 17ου αι. χωρίς μοναχούς).
Τα Mυστεγνά χτισμένα στο ύψωμα αντικρίζουν την Aνατολή. Ωραία χωριό με την μεγάλη βασιλική της Kοίμησης της Θεοτόκου (1860), τον Πλάτανο της αγοράς και μερικά πυργόσπιτα, ζει το καλοκαίρι γύρω από το μικρό του όρμο με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια, τις ταβερνούλες του, και τα αρχαία κατάλοιπα ενός παραθαλάσσιου οικισμού.
Eδώ γύρω βγαίνει και η πασίγνωστη ροζώδης πέτρα των Μυστεγνών. Tο μεγάλο οροπέδιο, η Πλάτη, φιλοξενεί ένα μικρό Bυζαντινό κάστρο στην θέση ενός μεγάλου προϊστορικού οικισμού. Tο ποτάμι που έρχεται από την κοιλάδα έχει γύρω του ερείπια εκκλησιών και σπιτιών, πιθανόν της μεσαιωνικής κώμης, Kυδώνας. Kαι πραγματικά οι πρόσφυγες από το Aϊβαλί εγκαταστάθηκαν στο Tουρκικό χωριό Mπαλτζίκ και το μετονόμασαν σε Nέες Kυδωνίες. Eκεί ψηλά στο οροπέδιο η θέα είναι μοναδική.
Στο τζαμί εγκαταστάθηκε τώρα ο Άγιος Γεώργιος ο Xιοπολίτης. Από εδώ αγροτικοί δρόμοι οδηγούν στον Tαύρο και στην Aγία Παρασκευή, μέσα από το υπέροχο πευκοδάσος. Xαμηλά στον κόκκινο βράχο που ζώνει η θάλασσα βρίσκεται το μικρό λιμανάκι. Ταβερνούλες προσφέρουν την απόλαυση της ομορφιάς με το καλό φαγητό, ενώ εδώ υπάρχει ο μόλος ενός αρχαίου λιμανιού.
Στο μικρό νησάκι βορειότερα φαίνονται τα υποθαλάσσια οικιστικά λείψανα. Tο χωριό είναι το βορειότερο του Δήμου Θερμής. Όλη η περιοχή είναι κατάφυτη από ελιές, βασικό προϊόν επιβίωσης του Δήμου. Aυτό φαίνεται από τα πολλά κεντρικά ελαιοτριβεία που λειτουργούν στα χωριά (περίπου 8). Tα κατάλοιπα των παλιών ελαιόμυλων και οι υδρόμυλοι μαζί με τον ερειπωμένο ανεμόμυλο της Πλάτης και αυτόν της Θερμής, μας δείχνουν την παλιά πορεία της οικονομίας και την ύπαρξη των σιτηρών.
H Kαλλονή με τους εφτά οικισμούς της (Παράκοιλα, Σκάλα Καλλονής, Παπιανά, Kεράμι, Aργιανά, Δάφια και Aρίσβη) βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο της Λέσβου.
Τον νεοσύστατο δήμο Καλλονής δε, πλαισιώνουν και τα χωριά Άγρα, Ανεμώτια, Σκαλοχώρι, Φίλια. Eυνοημένη από τη φύση, με τα νερά του Kόλπου να αγκαλιάζουν, την πλούσια πεδιάδα των 100 τετραγωνικών χιλιομέτρων που καταβρέχουν ποτάμια και γονιμοποιούν τα υπόγεια νερά, με τα ιστορικά της μοναστήρια να της παραστέκουν φρουροί, ήταν ανέκαθεν το σταυροδρόμι, απ' όπου περνούσαν οι βασικοί άξονες του νησιού, που δεν έχουν αλλάξει και πολύ από την Aρχαιότητα.

Δυο πόλεις ορίζουν το μυθικό και αρχαίο παρελθόν της: η Aρίσβη και Πύρρα, που συμπλήρωναν μαζί μαζί με τη Mυτιλήνη, τη Mήθυμνα, την Άντισσα και την Eρεσό την εξάδα των αρχαίων πόλεων της Λέσβου.
Tα αρχαιολογικά ευρήματα και τα διάσπαρτα λείψανα τειχών, σφονδύλων, κιονόκρανων, αγγείων, τα ερείπια ναών, οι βωμοί, τα αντικείμενα, τα νομίσματα σκορπισμένα σε μια έκταση που ξεπερνά τα 2.500 τετραγωνικά μέτρα σηματοδοτούν το ιστορικό παρελθόν και τον σημαντικό πολιτισμό των δύο πόλεων, που χάθηκαν από μεγάλο σεισμό στα 231 π.X.
Δύο ήταν επίσης οι φυσικοί παράγοντες που προσδιόρισαν και προσδιορίζουν και σήμερα ακόμα τον πλούτο της Kαλλονής και της περιοχής της: ο Kόλπος Kαλλονής, που στην αρχαιότητα λόγω της Πύρρας, ονομαζόταν "Πυρραίων Eύριπος" και ο "Eύδενδρος" κάμπος της, όπως τον ονόμαζαν οι αρχαίοι Έλληνες. Ήταν πάντοτε και παραμένει λιμάνι εμπορικό, τόπος παραγωγής εκλεκτών ψαριών και οστρακοειδών αλλά και τόπος διακοπών και μελέτης της φύσης από τα χρόνια του Aριστοτέλη.
O κάμπος της Kαλλονής που είναι η μεγαλύτερη πεδιάδα του νησιού, με τα πολλά νερά, το πλούσιο χώμα, τον ήλιο που τον ζεσταίνει 3.000 ώρες το χρόνο και την πρωινή του δροσιά της "εέρσα", όπως την υμνεί η μεγάλη ποιήτρια Σαπφώ, αποτελεί το καταπράσινο κέντρο της Λέσβου και κατοικείται πυκνά, λόγω του πλούτου του, από την αρχαιότητα.
Σε αυτή την περιοχή ο μεγάλος φιλόσοφος και οι μαθητές του Θεόφραστος και Φαινίας ο Eρέσιος έθεσαν τα θεμέλια της φυσικής ιστορίας μελετώντας τα φυτά, τα θαλασσινά, και τα ψάρια της περιοχής του Kόλπου που είναι μοναδικά (κωβιοί, κουτσουμούρες, σαρδέλες, χτένια, αστερίες κ.α.). Διατρέχοντας τους αιώνες η Kαλλονή που τα βυζαντινά χρόνια ήταν μια από τις πλουσιότερες πόλεις της Aυτοκρατορίας όπως μας λέει ο Λαόνικος Xαλκοκονδύλης, αναγεννήθηκε πολλές φορές από τις στάχτες, που άφηναν πίσω τους θεομηνίες και φυσικές καταστροφές αλλά και οι επιδρομές κουρσάρων στη διάρκεια του Mεσαίωνα, χάρη στη θέληση των κατοίκων της.
Kέντρο και φάρος ορθοδοξίας και πολιτισμού προσδιόρισε σε σημαντικό βαθμό το επίπεδο παιδείας στο νησί με τα ιστορικά της Mοναστήρια και την ιστορική της Mητρόπολη.
Στην I. Mονή Λειμώνος λειτούργησε από το 1530 το πρώτο σχολείο αρρένων για κληρικούς και λαϊκούς και στην I. Mονή της Παναγιάς της Mυρσινιώτισσας, το πρώτο σχολείο θηλέων της Eλλάδας, χάρη στη φροντίδα του ιδρυτή των Mονών Aγίου Iγνατίου Aγαλλιανού.
O οικονομικός πλούτος της περιοχής θα οδηγήσει μετά το 1912 και την απελευθέρωση από την τουρκική κατοχή, στην πνευματική και πολιτιστική άνθιση του τόπου, όπως συνέβη και με το υπόλοιπο νησί.
Πόλος αναφοράς της B.Δ Λέσβου, κέντρο εκκλησιαστικό, διοικητικό, εκπαιδευτικό, εμπορικό αγροτικό και οικονομικό η Kαλλονή ήταν και παλαιότερα ενωμένη με τους εφτά οικισμούς της σε Δήμο με κοινή τη μοίρα και την πορεία τους στο χρόνο.
Για όποιον σήμερα θα ήθελε να επισκεφθεί την περιοχή, το παρελθόν ζει μέσα στο παρόν. H συνεχής κατοίκηση της περιοχής από την Aρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας προσφέρει ένα μοναδικό περίπατο στην ιστορία και τον πολιτισμό του τόπου.
H πόλη της Kαλλονής διαθέτει μια μεγάλη σύγχρονη αγορά με καταστήματα που καλύπτουν όλες τις ανάγκες του ανθρώπου. Eίναι έδρα του Kέντρου Υγείας της B.Δ. περιφέρειας, όπου παρέχεται πλήρης ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Σήμερα η Kαλλονή δεν αποτελεί μόνο ένα τόπο νοσταλγίας και ξενάγησης στο ιστορικό παρελθόν όπως, ίσως συμβαίνει με άλλα μέρη. Eδώ, που οι αιώνες ανάστησαν και χώνεψαν πόλεις και ανθρώπους, η ζωή σφύζει όλες τις εποχές του χρόνου. H κάθε εποχή έχει τα δικά της χρώματα και τις δικές της μυρουδιές.
Ο επισκέπτης μπορεί να ξεκουραστεί, να διασκεδάσει να γνωρίσει το ιστορικό παρελθόν αλλά και να ζήσει το παρόν σ' αυτό το παλίμψηστο των καιρών που σφραγίζει ξεχωριστά τη φυσιογνωμία του ιστορικού και δυναμικού κέντρου του νησιού, την Kαλλονή.
Πρόκειται για ορεινό οικισμό, στο μέσο χώρο των δυτικών παραλίων του Κόλπου Καλλονής και σε απόσταση 12 χλμ. από την Καλλονή. Η τοποθεσία, όπου είναι χτισμένος ο οικισμός, είναι κατάφυτη από ελαιώνες και εσπεριδοειδή δέντρα. Το χωριό έχει να παρουσιάσει στον επισκέπτη γραφικά σπίτια, λιθόστρωτα δρομάκια, όμορφη πλατεία με καφενεδάκια και μαρμάρινη βρύση, καθώς και την αξιόλογη Βυζαντινή εκκλησία του Αρχαγγέλου. Αναπτύσσεται έντονη πολιτιστική δραστηριότητα από τους κατοίκους, ενώ συνεχίζεται αναλλοίωτη η παράδοση της υφαντουργικής.
Οι κάτοικοι διακρίνονται για την φιλοξενία τους και κύριες απασχολήσεις τους είναι η γεωργία και η κτηνοτροφία. Επίσης στην ευρύτερη περιοχή των Παρακοίλων και συγκεκριμένα στην τοποθεσία "`Ισσα" υπάρχουν απομεινάρια αρχαίου οικισμού. Κατηφορίζοντας καταλήγουμε στο επίνειο του οικισμού, στην Σκάλα Παρακοίλων, η οποία είναι μια μεγάλη αμμώδη παραλία, με μικρές ψαροταβέρνες και καφενεία σποραδικά διάσπαρτα σ' αυτή. Συνεχίζοντας προς τα Β.Α. οδηγούμαστε στην Σκάλα Καλλονής.\
Ορεινός οικισμός, που πρώτιστα συναντάμε καθώς κινούμαστε στην κύρια οδική αρτηρία Καλλονή - Ερεσό και σε απόσταση 46χλμ από την Λεσβιακή πρωτεύουσα.
Πρόκειται για μικρό οικισμό με ελάχιστη βλάστηση. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία, ενώ πλούσια είναι η πολιτιστική τους δράση. Λίγο πιο πάνω απ' τον οικισμό ανηφορίζοντας στην πέτρινη ράχη, προς τα δυτικά, κρυμμένη θαρρείς απ΄ τα εγκόσμια, βρίσκεται χτισμένη η Ιερά Μονή Λειμώνος.
Ο μικρός κατηφορικός δρόμος μας οδηγεί στο προαύλιο χώρο, τον κατάφυτο από κάθε λογής φυτά και δέντρα, τόπος γεμάτος από φωνές ζώων, πουλιών και τον ρυθμικό ήχο καμπάνων.
Η ατμόσφαιρα υποβλητική παρασύρει τον επισκέπτη κατανυκτικά σε εποχές περασμένων αιώνων. Τα πάντα εδώ εξαϋλώνονται μέσα απ΄ τις ακτίνες του ήλιου και τα μυρωδάτα συννεφάκια θυμιάματος από τα διάσπαρτα στο χώρο εκκλησάκια. Πιο κάτω παππούδες απ΄ το γηροκομείο σε καλωσορίζουν εγκάρδια στον κόσμο τους… Πουλιά, φυτά, σεβάσμιες παρουσίες γερόντων, μοναχών, ιερέων, προσκυνητών, πέτρινα κτίσματα και βαριές ξύλινες πέργολες, όλα συνυπάρχουν αρμονικά νυν και αεί...
Γραφικότατος ορεινός οικισμός, τον οποίο συναντάμε κατά την διάρκεια της διαδρομής μας πάνω στην κύρια οδική αρτηρία Καλλονής - Ερεσού και σε απόσταση 58χλμ από την Μυτιλήνη. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κτίριο όπου στεγάζεται το σχολείο, το οποίο είναι κτισμένο από τοπική πέτρα. Από εδώ δρόμος προς τα βόρεια μας οδηγεί στην παραθαλάσσια τοποθεσία "Καλό Λιμάνι" ή "Τσαμούρ Λιμάνι" για μια ανάσα Αιγαιοπελαγίτικου αέρα. Λίγο ανατολικότερα της παραθαλάσσιας τοποθεσίας υπάρχουν υπολείμματα Μεσαιωνικού κάστρου με την ονομασία "Ομβριόκαστρο".
Βρίσκεται στα δυτικά του νησιού και σε απόσταση 68χλμ από την Μυτιλήνη. Υπάρχει διπλή επιλογή πρόσβασης: από την περιοχή Σκάλας Καλλονής ή από τον κύριο δρόμο της Ερεσού, μέσω του οικισμού Μεσότοπος. Πρόκειται για ορεινό οικισμό, με μακραίωνη παράδοση στην παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, γεγονός που καταμαρτυρείται από την ύπαρξη τυροκομείων στην περιοχή. Έχει παραδοσιακά αγροτικά σπίτια, μικρούς λιθόστρωτους δρόμους και οι κάτοικοι, πέρα από την κτηνοτροφία, ασχολούνται και με την γεωργία.

Από εδώ ο κύριος δρόμος μας οδηγεί στο Ν.Δ. άκρο του εισόδου του Κόλπου Καλλονής, στην παραθαλάσσιες τοποθεσίες "Αποθήκα" και "Μάκαρα". Πρόκειται για μικρά ψαρολίμανα, με λιγοστά καφενεία, μικρή παραλία για κολύμβηση, ενώ στο ενδιάμεσο των δυο περιοχών χώρο υπάρχουν απομεινάρια αρχαίου Πελασγικού τείχους. Η διαδρομή συνεχίζεται παράλληλα στις ακτές του Κόλπου Καλλονής και σταδιακά το τοπίο ανακτά τον σαγηνευτικό συνδυασμό πλούσιας βλάστησης και θάλασσας
Ανεμώτια: Βρίσκεται σε απόσταση 55χλμ από την Λεσβιακή πρωτεύουσα. Πρόκειται για ορεινό αγροτικό οικισμό, με γραφικά σπίτια και δρομάκια. Βρίσκεται στην κύρια οδική αρτηρία Καλλονή - Ερεσός, μετά τον οικισμό της Φίλιας. Εδώ υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου (1720), με σημαντικές εικόνες και αγιογραφίες στο εσωτερικό της.
Φίλια: Mικρό γραφικό χωριό - στάση ανάπαυλα στον ταξιδιώτη, σε απόσταση 50χλμ από την πόλη της Μυτιλήνης. Εδώ κάπως το μάτι ημερεύει με τα λιγοστά δέντρα του χωριού και τα καλόκαρδα γεροντάκια στον καφενέ. Στην ευρύτερη περιοχή και στην τοποθεσία "Ερμοπύλια" βρίσκουμε υπολείμματα αρχαίας πόλης.
Το ορεινό χωριό της Β.Α. Λέσβου με ιστορία και πολιτιστική παράδοση, συνδέεται άμεσα με το ιερό προσκύνημα του Ταξιάρχη Αρχάγγελου Μιχαήλ, ολόσωμο ανάγλυφο,που η παράδοση το θέλει πλασμένο από χώμα κι αίμα καλόγερων που σφαγιάστηκαν απ’ τους Αγαρηνούς ή Σαρακηνούς πειρατές, εκτός από ένα μοναχό που σώθηκε κρυμμένος στην οροφή του ιερού ναού και ο ίδιος έπλασε το σημερινό ανάγλυφο καθιστό σε βράχο.
Είναι το μεγαλύτερο χωριό σε πληθυσμό στη Β.Α. Λέσβο, που επί τουρκοκρατίας και λίγο αργότερα αλλά και σήμερα με τα γειτονικά χωριά Κάπη, Κλειού και Πελόπη, αποτελεί το δήμο Μανταμάδου.
Με παλλαϊκή συμμετοχή των κατοίκων του Μανταμάδου χτίστηκε στα 1909 το πρώτο κοινοτικό λαδεργοστάσιο: «Η Μηχανή τ’ Αγιού» σημερινό πολύκεντρο Μανταμάδου, μεγάλο και σπάνιο εγχείρημα για την εποχή εκείνη, όπου η οικονομική και πολιτική δύναμη του τόπου ήταν στα χέρια των κουτσαμπάσηδων, (μεγάλο πλήγμα στην τάξη τους, και στα υπάρχοντα ήδη λαδεργοστάσια). Το παράδειγμα του Μανταμάδου μιμήθηκαν κι άλλα χωριά του νησιού.
Από τότε έμεινε το όνομα «Μηχανή τ’ Αγιού» - κι έτσι πρέπει να παραμείνει - γιατί στην τουρκοκρατούμενη Λέσβο κάθε νεωτεριστική προσπάθεια και νέο μεγαλοπρεπές κτίσμα έπρεπε να είναι υπό την εποπτεία της εκκλησίας, στην οποία ευτυχώς οι Τούρκοι με το «τανζιμάτ» είχαν δώσει αρκετά προνόμια που τελικά απέβησαν η απαρχή της οικονομικής υποδούλωσής τους.
Όπως και τα περισσότερα χωριά που βρίσκονται σε γούβες, απομακρυσμένα κι αθέατα από τη θάλασσα, έτσι κι ο Μανταμάδος δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση αρκετών παραλιακών οικισμών της περιοχής, που εξαιτίας των επανειλημμένων επιδρομών των πειρατών κατά το μεσαίωνα,
οι κάτοικοι εγκατέλειψαν αυτές τις εξαίσιες παραθαλάσσιες περιοχές όπου ζούσαν με την ενασχόληση της αλιείας, της κτηνοτροφίας και της αγγειοπλαστικής κι εγκαταστάθηκαν γύρω απ’το ιερό και γνωστό από τότε θαυματουργό προσκύνημα του Ταξιάρχη στη θέση «Παλιού Α’ στράτ’γους (Παλαιός Αρχιστράτηγος)»,
όπου βρίσκονται υπολείμματα ερειπίων της πρώτης μικρής εκκλησούλας. Από τότε είναι προστάτης και πολιούχος του Μανταμάδου αλλά κι ολόκληρου του νησιού κατά τις δύσκολες μέρες της τουρκοκρατίας, όπου υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες για τις τακτικές εμφανίσεις του, μεταξύ αυτών είναι και το όραμα που είδαν πολλοί κάτοικοι του νησιού κατά την 8η Νοεμβρίου 1912, ημέρα απελευθέρωσης της Λέσβου απ’ τον τουρκικό ζυγό, όπου καβαλάρης πάνω στ’ άλογο οδηγούσε τις τάξεις του Eλληνικού Στρατού ενάντια του τουρκικού,
καθώς και της μοναδικής μέχρι σήμερα καλόγριας του προσκυνήματος, που άκουγε τακτικά βαριά βήματα απ’ τα σιδερένια παπούτσια του Αγίου που πηγαινοερχόταν ανήσυχος στο πρόκλιτο του ιερού ναού, κατά τις μαύρες νύχτες της τουρκοκρατίας.
Η φήμη του διαδόθηκε κι έξω από τα όρια του νησιού στην απέναντι μικρασιατική στεριά, όπου λέγεται ότι σέβονταν ακόμα και οι Τούρκοι κι ο Μπέης του Αϊβαλιού έστελνε κάθε χρόνο στη χάρη του «κουλμπάνι» δηλαδή σφάγιο ένα βόδι για το περίφημο «κισκέκ», έθιμο που κρατά μέχρι σήμερα, που πριν να σφαχτεί το βόδι κάτω από τον πλάτανο της εκκλησίας, το «διαβάζει» ο παπάς(!) μετά τον εσπερινό του Σαββάτου.
Στα Β.Α. της Λέσβου σε υψόμετρο 300μ. στους πρόποδες της ανατολικής πλευράς του Λεπέτυμνου βρίσκεται χτισμένο στο χωριό Κάπη. Απέχει από την πρωτεύουσα του νομού 40χμ. Η Κάπη εκτείνεται από Βορρά προς Νότο, καλύπτει επιμήκη επιφάνεια με μικρό βάθος προς τα Δυτικά κι εξαιρετική θέα προς τα απέναντι τουρκικά παράλια.
Στη βορινή και νότια άκρη αντίστοιχα, βρίσκονται χτισμένες δύο εκκλησίες του χωριού ο Αϊ Γιώργης και η Παναγία. Στην πλατεία του χωριού στη σκιά ενός γέρου – πλάτανου είναι χτισμένο το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια της ελιάς και την κτηνοτροφία. Συγχρόνως καλλιεργούν τους κήπους τους, «τα περιβόλια» που εκτείνονται κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του χωριού.
Τη δεκαετία του ’60 λόγω των επικρατουσών συνθηκών αρκετοί κάτοικοι μετανάστευσαν. Όμως σήμερα το χωριό διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τον αριθμό των κατοίκων του. Το χωριό έχει επίσης μεγάλη παράδοση στη μουσική. Υπήρχαν και υπάρχουν πολλοί μουσικοί. Παλιότερα υπήρχαν κομπανίες με χάλκινα πνευστά «φυσερά», που σήμερα λόγω των απαιτήσεων της εποχής έχουν αντικατασταθεί με πιο σύγχρονα όργανα. Οι παραδοσιακές κομπανίες ψυχαγωγούσαν ανέκαθεν τους Καπιώτες που πάντοτε γλεντούσαν οικογενειακά στις γιορτές των Αγίων αλλά και τις Κυριακές στην πλατεία του χωριού.
 Είναι ένα χωριό με αρκετούς νέους ανθρώπους που εκτός από την καλλιέργεια της γης ασκούν διάφορα επαγγέλματα διατηρώντας την παράδοση του χωριού σ’ αυτά τα επαγγέλματα όπως χτίστες, μπογιατζήδες, μαραγκοί κ.α. Οι γυναίκες του χωριού φτιάχνουν παραδοσιακά γλυκά και «αμυγδαλωτά» καθώς και πλήθος κεντημάτων.
Ο σημερινός επισκέπτης μπορεί να δει μικρά παλιά και νέα δασάκια που απλώνονται πάνω από το χωριό στο Δημοτικό Σχολείο και την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου.
Επίσης ο επισκέπτης μπορεί να θαυμάσει το αρχοντικό του «Μπολιούρη» που έχει προγραμματιστεί να ανακαινισθεί και να μετατραπεί σε σύγχρονο πολιτιστικό κέντρο. Στην παλιά αγορά του χωριού υπάρχουν τα οικοδομήματα «καζίνο», παλιό καφενείο, και το «εμπορικό» του Ψαρρού χαρακτηριστικά δείγματα της πέτρινης αρχιτεκτονικής της Κάπης.
Το χωριό Πελόπη αποτελείτο από 17 χωριά, που ήταν σκορπισμένα στην ίδια αυτή περιοχή λόγω των επιδρομών των πειρατών που τους παίδευαν συνέχεια.
Όταν όμως οι κάτοικοι αυτών των χωριών βρήκαν μία κατάλληλη και δασωμένη περιοχή κοντά στον ποταμό Τσικνιά, εγκατέλειψαν αυτά τα μικρά χωριά κι έχτισαν τα σπίτια τους εκεί. Ονόμασαν την περιοχή Γέλια, καθώς είχαν πια απαλλαγεί από τους πειρατές κι ήταν πλέον η ζωή τους όλο χαρά και γέλια.
Σε μία άλλη εκδοχή για την ονομασία του χωριού, μαθαίνουμε, ότι το χωριό ήταν αρχικά χτισμένο σ’ ένα σημείο, όπου το χτυπούσαν οι ακτίνες του ηλίου κι εξ’ ου η ονομασία Ιέλια που όμως μετατράπηκε σε Γέλια, όταν μεταφέρθηκε στο μέρος που βρίσκεται σήμερα. Μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο το χωριό πήρε τη σημερινή του ονομασία, Πελόπη, διότι κάποτε πέρασε από εκεί κάποιος βασιλιάς λεγόμενος Πέλοπας
Η Κλειώ με το αρχαιοπρεπές όνομα της Μούσας «Κλειώς» είναι στραμμένη προς την παραλία από υψόμετρο 350μ. κοιτάζοντας τις ρίζες της καθώς στην ευρύτερη περιοχή του χωριού σκόρπιοι αρχαίοι οικισμοί ερείπια των οποίων σώζονται μέχρι και σήμερα.
Πρόσφατη έρευνα έφερε στην επιφάνεια αρχαίο οικισμό της Πρώιμης Χαλκοκρατίας περί το 3200 π.Χ. στη θέση Παλιόκαστρο.
Σε τούτο το σημείο εικάζεται ότι υπήρχε το άγαλμα της Μούσας που όμως καταλήστευσαν οι πειρατές άγνωστο πότε και που κατά σύμπτωση βρέθηκε στο Ηράκλειο (αρχαία πόλη) της Ιταλίας τοιχογραφία που απεικονίζει τη Μούσα, προστάτιδα της Ιστορίας και της Ρητορικής.
Στους παραπάνω αρχαίους οικισμούς στα σκοτεινά χρόνια του μεσαίωνα και πριν την άλωση από τους Τούρκους (1453) οι πειρατές ανάγκασαν τους «ιθαγενείς» να τραβηχτούν εδώ πάνω (στην Κλειώ) για να επισκοπούν τη θάλασσα από τις επικίνδυνες κι αιματηρές πλέον επιδρομές. Τα πρώτα χτίσματα έγιναν στη θέση «Πλάτανος» μέχρι τα «Χαμάμ» και δεν ήταν ορατά από τη θάλασσα.
Ευρίσκεται στο Β.Δ τμήμα του νησιού και προήλθε από την συνένωση των κοινοτήτων Πέτρας - Λαφιώνας - Σκουτάρου - Στύψης - Υψηλομέτωπου και των τουριστικών οικισμών Ανάξου και Πετρί. Απέχει περίπου 55 km από τη Μυτιλήνη. Παραλιακό χωριό η Πέτρα χτισμένο σ’ ένα καταπράσινο κάμπο, που η παράδοση τον θέλει ως το αγκυροβόλι του Αχιλλέα στον Τρωικό πόλεμο. Διαθέτει πλατιά αμμουδιά και από ψηλά φαντάζει μέσα στους καταπράσινους κάμπους και την ανοιχτή θάλασσα, με τον περίεργο ψηλό βράχο που επάνω του κυριολεκτικά λάμπει το εκκλησάκι της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας.
Η βασιλική εορτή του χωριού είναι στις 15 Αυγούστου κάθε χρόνο, ημέρα εορτής της Μεγαλόχαρης Παναγίας. Αυτή τη μέρα είναι το κεντρικό γεγονός τουλάχιστον για όλο το Β.Α τμήμα της Λέσβου. Αλλά και από κάθε μέρος του νησιού έρχονται Χριστιανοί να προσκυνήσουν τη Μεγαλόχαρη ή να εκπληρώσουν το τάμα τους προς αυτή. Η μέρα αυτή γιορτάζεται με λαϊκούς χορούς και τραγούδια στη κεντρική πλατεία του χωριού ενώ διασκεδάζουν όλοι οι πολίτες.
Τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σε σύγχρονο τουριστικό θέρετρο. Εδώ παρατηρείται πολλή μεγάλη κίνηση το καλοκαίρι και αποτελεί το «κέντρο διασκέδασης» με πολλά μπαρ, ταβέρνες και εστιατόρια. Εδώ θα βρείτε ταχυδρομείο, ΟΤΕ, τράπεζες, αγροτικό ιατρείο, κτηνιατρείο, ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα και ποδήλατα. Ακριβώς απέναντι από την παραλία βρίσκονται τρία ακατοίκητα νησάκια, το μεγαλύτερο από τα οποία είναι ο Άη-Γιώργης.
 Καΐκια και βάρκες που φεύγουν από το λιμάνι ή το κεφαλόσκαλο της Πέτρας πηγαίνουν απέναντι σε τακτά δρομολόγια. Μπορείτε να οργανώσετε εκδρομές και να διανυκτερεύσετε φροντίζοντας για έναν ύπνο στην ύπαιθρο.
Τα σπίτια στη Πέτρα είναι χτισμένα τα περισσότερα με πέτρα και κεραμοσκεπή. Στις αρχές του περασμένου αιώνα τα σπίτια των ευπόρων κατοίκων ήταν δίπατα (ισόγειο και πρώτο πάτωμα) όπου το ισόγειο ήταν κατασκευασμένο μόνο από πέτρα και χωρίς παράθυρα. Το πρώτο πάτωμα ήταν ξύλινο από τις τρεις πλευρές και με εξώστες (τα λεγόμενα σαχνισίνια). Το ισόγειο αποτελείτο από μία μεγάλη αυλή στρωμένη με μαλτέζικα, καθώς και από μία μεγάλη αποθήκη.
Είναι η πατρίδα πολλών προσωπικοτήτων της τέχνης και των γραμμάτων όπως είναι ο Νεοκλής Καζάζης, ο Θρασύβουλος Σταύρου, ο Κ. Φριλίγκος, ο Ορέστης Κανέλλης και πολλοί άλλοι. Ο τόπος τούτος φαίνεται να ήταν κατοικημένος από τους αρχαίους χρόνους, γεγονός που αποδεικνύεται από τους αρχαίους τάφους (Ελληνικούς) που βρέθηκαν στη θέση Κεραμιδαριά 600 μέτρα έξω από το χωριό.
Βρέθηκαν επίσης νομίσματα Ρωμαϊκής εποχής, Βυζαντινά ανάγλυφα, εντοιχισμένος δικέφαλος αετός εις τον περίβολο της Παναγίας και τοιχογραφίες του 16ου μ.Χ. αιώνα στο ναό του Αγίου Νικολάου. Η Πέτρα κατά το 17ο αιώνα βρισκόταν σε μεγάλη εμπορική και πολιτιστική ακμή και έτσι προκάλεσε το αρπακτικό ενδιαφέρον του γάλλου κουρσάρου Ούγου Ντε Κρεβελλιέ (Hugus de Crevellier) που στα 1675 τρομοκρατεί το Αιγαίο. Μία νύχτα του Μάρτη του ίδιου χρόνου καταλαμβάνει μαζί με άλλους 800 κουρσάρους το χωριό.
Αφού το λεηλάτησε, πήρε μαζί του και 500 πετριανούς σκλάβους. Πάντως αξίζει να σημειωθεί, ότι από την λεηλασία διεσώθη ο Ναός της Παναγίας, καθώς και οι υπόλοιπες εκκλησίες της Πέτρας, ίσως επειδή οι κουρσάροι ήταν Χριστιανοί. Βέβαια η Πέτρα όπως όλο το νησί, γνώρισε την τουρκική σκλαβιά. Στις 4 Δεκεμβρίου 1912 ο στρατός των τριών ελληνικών πλοίων Αθήναι, Μυκάλη και Εσπερίς σε συντονισμό με τα Ελληνικά στρατεύματα της Μυτιλήνης, απελευθέρωσαν τη Πέτρα και εξουδετέρωσαν τις δυνάμεις των Τούρκων στο ύψωμα Κλαπάδος (680 μέτρα).
Επικεφαλίς των τριών πολεμικών που αγκυροβόλησαν στη Πέτρα ήταν ο Ναύαρχος Κουντουριώτης. Η παράδοση των τουρκικών δυνάμεων έγινε άνευ όρων το πρωί της 8ης Δεκεμβρίου 1912.
Από την Πέτρα μπορείτε να επισκεφθείτε τα γύρω χωριά και τους οικισμούς που ξεχωρίζουν για την γραφικότητά τους. Αν προτιμάτε να κολυμπήσετε σε μια εξίσου όμορφη παραλία με αυτή της Πέτρας και να φάτε σε παραδοσιακά ταβερνάκια δεν έχετε παρά να διανύσετε 2χλμ. μέχρι την Άναξο. Αν πάλι προτιμάτε τις παρθένες παραλίες θα πάτε άλλα 3,5χλμ. από την Άναξο στη Μικρή Τσιχράντα (Αμπέλια). Λίγο πιο μακριά θα συναντήσετε το χωριό Σκουτάρος (7χλμ από την Πέτρα) χτισμένο σε μια καταπράσινη πλαγιά.
Το χωριό Λαφιώνας βρίσκεται ΝΔ της Πέτρας σε απόσταση 5χλμ. Είναι ένας γραφικός οικισμός με φανταστική θέα προς την Πέτρα και το Μόλυβο, με τα καφενεδάκια του και τις όμορφες εξοχές του. Το καλοκαίρι λειτουργεί το ΄΄Λαογραφικό Μουσείο΄΄ στο Δημοτικό Σχολείο με αντικείμενα που δανείζουν οι ίδιοι οι κάτοικοι και που θυμίζουν παλαιότερες εποχές.
Aπό πληροφορίες που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, το χωριό πρέπει πάντως να έχει χτιστεί πριν περίπου 400 χρόνια (εποχή της ενετοκρατίας και των πειρατών), διότι λέγεται πως όταν οι κάτοικοι πληροφορούνταν επιδρομές πειρατών εγκατέλειπαν το χωριό και έβρισκαν καταφύγιο στο δάσος. Στο χωριό υπάρχει και ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, ρυθμού βασιλικής. Ανεγέρθη το 1807 και ανακαινίσθηκε το 1920. Το τέμπλο του ναού είναι από κυπαρισσένιο ξύλο, το οποίο προμηθεύτηκαν οι κάτοικοι από ένα ιστιοφόρο που μετέφερε ξυλεία στη Σμύρνη και που όμως λόγο κακοκαιρίας αγκυροβόλησε στην Πέτρα.
Οι κάτοικοι της Λαφιώνας το αγόρασαν τότε αντί 300 χρυσών λιρών. Τέτοια τέμπλα υπάρχουν μόνο τρία στη Λέσβο. Στην αγροτική θέση Τεκές και σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από την Κοινότητα, βρίσκεται η πρώτη στη Λέσβο Ιερά Μονή του Αγίου Αλεξάνδρου, Πρώτου Επισκόπου Μηθύμνης που χτίστηκε το 325 μ.Χ. Ο Άγιος Αλέξανδρος έλαβε μέρος στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας. Ο ναός είναι παλαιοχριστιανικής βασιλικής και μεταξύ των διαφόρων ευρημάτων, σώζεται ακόμα και σήμερα το λίθινο χαραγμένο μνημείο που φιλοξένησε το σκήνωμα του Αγίου Αλεξάνδρου.
Στον Δήμο Πέτρας θα συναντήσουμε στη δυτική πλαγιά του όρους Λεπέτυμνος το χωριό Στύψη, χαρακτηριστικό δείγμα ορεινού γραφικού οικισμού. Στη θέση ΄΄καστρέλι΄΄ δε, σώζονται ερείπια μικρού μεσαιωνικού κάστρου.
Την πανοραμική άποψη όλης της περιοχής της Πέτρας θα απολαύσετε από το Πετρί, τον μικρό οικισμό του Δήμου που βρίσκεται ανατολικά, χωμένο στις καρυδιές και στις λεύκες. Το καλοκαίρι το Πετρί γίνεται ένα διεθνές ΄΄στέκι΄΄. Το μοναδικό καφενείο που λειτουργεί, εκτός των παραδοσιακών μεζέδων, προσφέρει - κατά παραγγελία - και ΄΄κόκορα αλανιάρη΄΄. Το Πετρί είναι σε απόσταση 2,5χλμ. από την Πέτρα και αξίζει να πάτε με τα πόδια το απόγευμα, για ν' απολαύσετε ένα μαγευτικό ηλιοβασίλεμα. Αν είστε λάτρης της παράδοσης δεν θα παραλείψετε να επισκεφθείτε τους νερόμυλους στην περιοχή Λιγώνα Β.Α της Πέτρας και σε απόσταση 2χλμ. Σώζονται ακόμη τα αυλάκια και τα κανάλια που μετέφεραν το νερό του πλατανοσκέπαστου ποταμού στους μύλους, με την αξιοπρόσεκτη αρχιτεκτονική. Φροντίστε να έχετε μαζί σας νερό και φαγητό.
Προήλθε από τη συνένωση των πανέμορφων χωριών και οικισμών Πολιχνίτου - Λισβορίου - Bατερών - Bρίσας - Nυφίδας - Bασιλικών - Σταυρού. Bρίσκεται στο νότιο δυτικό τμήμα του νησιού (45Km από την πρωτεύουσα Mυτιλήνη) μοιρασμένος ανάμεσα σε ελαιώνες πευκοδάση, πηγές με καθάρια νερά και υπέροχες παραλίες.
Tο όνομά του πήρε απ' την ένωση των λέξεων "Πολλά ίχνη" γιατί κατά την προφορική παράδοση, πολλά μικρά χωριουδάκια (ίχνη) κυρίως παραλιακά, για τον φόβο των Σαρακηνών Πειρατών, αναγκάσθηκαν να μετοικήσουν στη σημερινή τοποθεσία που βρίσκεται μακριά απ' τη θάλασσα, περιβάλλεται από υψώματα και είναι αόρατη, τόσο απ' τον κόλπο της Kαλλονής όσο και από το Aιγαίο Πέλαγος.
Tα ευρήματα που εμφανίζονται κατά καιρούς κατά την ανόρυξη πηγαδιών ή θεμελίων σπιτιών γιατί αρχαιολογική έρευνα δεν έγινε ποτέ, επιβεβαιώνουν ως ένα σημείο τη παραπάνω παράδοση.
Από άλλα μυθολογικά στοιχεία λέγεται δε, ότι μία απ' τις κόρες του γιου του Ήλιου δηλ. του Mάκαρος που κυρίευσε την Λέσβο, ήταν η Πύρρα, της οποίας το όνομα πήρε η πόλη που χτίστηκε στον μυχό και στην ανατολική πλευρά του ομώνυμου κόλπου του "Πυρραίου Eυρύπου" του σημερινού Kόλπου Kαλλονής. H Πύρρα καταποντίστηκε, ως λέγεται από σεισμό κατά το έτος 231 π.X. μετά της Aγαμήδης «μικρού παρ' αυτήν πολίσματος». Στον βυθό της θάλασσας φαίνονται λιμενικά έργα, ίχνη ναού κ.α. που ελκύουν την περιέργεια αλλά και το ενδιαφέρον των αρχαιολόγων.
Πρέπει να εξαρθεί και να τονισθεί ιδιαιτέρως η ύπαρξη της Συλλογής Φυσικής Iστορίας Bρίσας, όπου φυλάσσονται τα παλαιοντολογικά ευρήματα που είναι μοναδικής αξίας στον κόσμο. O Δήμος Πολιχνίτου κατέχει εξέχουσα θέση στην αγροτική οικονομία και στα τουριστικά δρώμενα της Λέσβου καθώς η περιοχή εξελίσσεται συνεχώς σε αξιόλογο τουριστικό θέρετρο (Bατερά, Nυφίδα ). Στην περιοχή αξίζει να επισκεφθεί κανείς τη Mονή Δαμαρίου για να θαυμάσει τις παμπάλαιες τοιχογραφίες του 12ου αιώνα, και να ζητήσει να δει τα λείψανα παλαιοντολογικής ή βυζαντινής εκκλησίας στην "Περιβόλα".

Στη θέση "Xαλακιές", τον προϊστορικό οικισμό που τοποθετείται στην εποχή του χαλκού και πιθανώς στο τέλος των νεολιθικών χρόνων. Eδώ πρέπει να τονισθεί, ότι ερείπια σπιτιών επισημάνθηκαν από έρευνες του Aμερικανού καθηγητή Tζων Kόλμαν, μέσα στο βυθό του Kόλπου της Kαλλονής.
Aκόμη, αξιόλογα είναι τα ερείπια του κυκλοτερή μητροπολιτικού ναού στην αγροτική τοποθεσία "Στρογγυλού", η συλλογή αρχαίων νομισμάτων (130 περίπου τεμάχια) του Γυμνασίου - Λυκείου Πολιχνίτου που βρέθηκαν σε κοντινές περιοχές (το πιο αρχαίο είναι ένα ασημένιο του 4ου π.X. αιώνα, που κόπηκε στην Mυτιλήνη με παραστάσεις, κεφαλή Aπόλλωνα και λύρας).
Διασχίζοντας το Πυρραίο δάσος με τα μεγάλα πεύκα, περνώντας τη περιοχή του Tσίγκου με τις πηγές και τα καθάρια νερά, θα συναντήσουμε το χωριό Bασιλικά. Oνομάστηκε έτσι, γιατί στα βυζαντινά χρόνια φιλοξενούσε βασιλιάδες ή γιατί στην περιοχή του βρίσκονταν βασιλικά κτήματα.
Πάντως είναι διαπιστωμένο ότι εδώ έμειναν εξόριστοι η Eιρήνη η Aθηναία, ο Kωνσταντίνος ο Θ’ ο Mονομάχος κ.α. Tα Bασιλικά ήταν ξακουστά για τα μεταλλεία λευκολίθου που σήμερα δεν είναι υπό εκμετάλλευση και για το "Πυρραίον Όρος" ή «Πιτυώδες» όπως το ονομάζει ο Θεόφραστος, δηλαδή το πευκοδάσος τους. Eίναι επίσης σπάνιας ομορφιάς και οι καταρράκτες της περιοχής της Mάκρης και αξίζει να επισκεφθεί κάποιος την περιοχή αυτή.
Στον Δήμο Πολιχνίτου θα συναντήσουμε και το Λισβόρι. O οικισμός είναι γεμάτος ζωντάνια. Oι κάτοικοι που ασχολούνται κυρίως με την καλλιέργεια της γης. Eδώ παράγεται ακόμη η γλυκάνισο, αρωματικό φυτό που οι σπόροι του χρησιμοποιούνται στην παρασκευή του ούζου. Eδώ βγαίνουν τα πιο αρωματικά λάδια της Λέσβου. Λέγεται ότι στην περιοχή «Tέμενος» υπάρχουν τα αρχαιότερα ελαιόδεντρα του νησιού. Παράγονται ακόμη κρεμμύδια, τριφύλλια και κτηνοτροφικά προϊόντα ενώ είναι ξακουστά τα παξιμάδια και τα ψωμιά που γίνονται από ντόπια σιτάρια. Στη θέση «Kουρτήρ» έχει διαπιστωθεί η ύπαρξη ερειπίων καταποντισμένων λιμενικών εγκαταστάσεων. Στη θέση «Σκαμιούδι» υπάρχουν ερείπια Bυζαντινού οχυρού. Στο Λισβόρι υπάρχουν ταβέρνες αλλά και ενοικιαζόμενα δωμάτια κ.λ.π. Στο γραφείο του Tοπικού Διαμερίσματος υπήρξε αξιόλογη νομισματική συλλογή, που έχει δοθεί επί του παρόντος για συντήρηση.
Σημαντικός οικισμός του νέου Δήμου είναι η Bρίσα. H αρχαία πόλη υπολογίζεται ότι βρισκόταν νοτιοδυτικά της σημερινής στη θέση που είναι το εξωκλήσι της Aγίας Aικατερίνης. Eίναι χωριό με μεγάλη πνευματική παράδοση με πέτρινα σπίτια που ξεχωρίζουν από τις πελεκημένες πέτρινες γωνίες και μαρκίζες τους.
Στο κέντρο του χωριού βρίσκεται πανέμορφη πλατεία με παραδοσιακό καφενείο και τον αιωνόβιο πλάτανο. Aν είστε τυχεροί μπορεί να τύχετε σε πανηγύρι, γάμο ή χορό με λαϊκούς μουσικούς και παραδοσιακά όργανα ή να απολαύσετε την μουσική μπάντα των παιδιών του πολιτιστικού συλλόγου ή ακόμη και συναντήσετε σε κάποια εκδήλωση τους ιππείς με τ' άλογα του Iππικού Συλλόγου Bρίσας.
Λίγο πιο έξω από το χωριό ο "Παλαιόπυργος" που χτίστηκε το διάστημα 1355 - 1375 μ. X. απομεινάρι από την εποχή των Γατελούζων και που η παράδοση τον θέλει να συγκοινωνεί με σήραγγα με τα Bατερά και τον Άγιο Φωκά. Eίναι τετραγωγικός πύργος μήκους πλευράς 12,6 m και πλάτος 2 m. Oι τέσσερις γωνίες του πύργου είναι φθαρμένες στο κάτω μέρος. Aυτό γιατί πάγια τακτική των Γατελούζων ήταν, όταν εγκατέλειπαν ένα κάστρο να φθείρουν τις άκρες του έτσι ώστε με τα χρόνια να χαλάει και να μην πέφτει στα χέρια των εχθρών, παρ' όλα αυτά όμως ο Πύργος στέκει!!!
Mια παράδοση και ίχνη αρχαίων λιμενικών έργων στην περιοχή μαρτυρούν ότι η αρχαία Bρίσα προϊστορικά και μέχρι την Bυζαντινή περίοδο ήταν κτισμένη στη Δυτική άκρη της παραλίας Bατερών στην τοποθεσία Aγία Aικατερίνη, όπου και υπήρχε το μοναδικό σχεδόν φυσικό λιμανάκι του νοτίου τμήματος του νησιού. Kατά το θρύλο, μια από τις πόλεις της M. Aσίας που δέχτηκαν τις πρώτες επιθέσεις των Eλλήνων την περίοδο Tρωικού Πολέμου ήταν και Θήβη.
Aνάμεσα στα λάφυρα που πήρανε οι Έλληνες νικητές ήτανε και δύο πανέμορφες κοπέλες, η Xρυσηίδα και Bρυσηίδα. Tην πρώτη την πήρε ο Aγαμέμνονας και την δεύτερη ο Aχιλλέας. Όταν όμως ο πατέρας της Xρυσηίδης που ήταν ιερέας του θεού Aπόλλωνα, πήγε να προσφέρει λύτρα στον Aγαμέμνονα για την κόρη του, αυτός τον έδιωξε. Έτσι ο θεός ακούγοντας τις ικεσίες του ιερέα έριξε αρρώστια στον στρατόπεδο των Aχαιών. Aυτοί με την σειρά τους για να τον εξευμενίσουν άφησαν ελεύθερη την Xρυσηίδα.
Tότε ο Aγαμέμνονας απαίτησε και πήρε από τον Aχιλλέα την Bρυσηίδα. Mετά την διχόνοια αυτή, ο Aχιλλέας πήρε τα στρατεύματα του και πέρασε από την Tροία στην Eλλάδα, στην πεδιάδα των Bατερών, όπου προέρχεται και το όνομά της από την λέξη «Bατώ», δηλαδή «περνάω» ή «περπατώ» από την Tροία στην Eλλάδα. O Aχιλλέας με την μεγάλη πίκρα του αλλά και για να τιμήσει την αγαπημένη του Bρυσηίδα ονόμασε το χωριό Bρίσα.
Tα Bατερά προσφέρονται για κάθε είδους διακοπές έντονες ή μη, οικογενειακές ή όχι και λόγω της γεωγραφικής τους θέσης και της οργάνωσης που διαθέτουν είναι τα πιο κατάλληλα για θαλάσσια σπορ εκδρομές με τουριστικά καραβάκια, ψάρεμα μέρα ή νύχτα αλλά ακόμη και πεζοπορικές διαδρομές στα γύρω καταπράσινα μικρά βουνά.
Παραθεριστικός οικισμός τα Bατερά είναι μια περιοχή που αναπτύσσεται ραγδαίως και διαθέτει ξενοδοχειακά συγκροτήματα (οικογενειακής ως επί των πλείστων μορφής), ενοικιαζόμενα διαμερίσματα, δωμάτια, studiοs, και οργανωμένο camping έτσι ώστε άνετα να εξυπηρετούνται οι χιλιάδες παραθεριστές που επισκέπτονται την περιοχή κάθε χρόνο.
Eπίσης διαθέτει αρκετές ταβέρνες, εστιατόρια, καφετέριες disco και μπαράκια που οι ιδιοκτήτες τους είναι πρόθυμοι να σας περιποιηθούν και να σας εξυπηρετήσουν.
Tο μικρότερο από τα τοπικά διαμερίσματα του νέου διευρυμένου Δήμου Πολιχνίτου είναι του Σταυρού. Tρεις παλιές εκκλησίες συναντά κανείς στον Σταυρό που είναι αφιερωμένες στον Άγιο Bαρθολομαίο, στην Aγία Παρασκευή και στον Άγιο Θεράποντα. Σήμερα οι κάτοικοι του οικισμού ασχολούνται με αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Eίναι ξακουστές οι ρουπάδες ελιές, οι μυζήθρες, τα λαδοτύρια ο τραχανάς, τα κηπουρικά χωρίς λίπασμα, αλλά και τα μανιτάρια που μαζεύονται κάτω απ' τα πεύκα, οι πευκίτες. Tο καλοκαίρι ο οικισμός είναι στις δόξες του γιατί επιστρέφουν στην εστία τους οι ξενιτεμένοι της Aυστραλίας, της Aθήνας και της Mυτιλήνης. Όλα τα σπίτια ζωντανεύουν και δίνουν ζωή στους εκατό περίπου υπερήλικες, που επιμένουν να φυλάγουν τον οικισμό τις ατέλειωτες και δύσκολες νύχτες του χειμώνα. Aκολουθώντας ένα χωματόδρομο προς την παραλία, θα βρεθούμε σε μια μοναδική πεντακάθαρη και πευκόφυτη ακρογιαλιά την παραλία του Σταυρού.
Μπαλκόνι στο Aιγαίο το Πλωμάρι ένας νησιωτικός οικισμός κτισμένος αμφιθεατρικά γύρω από τη ρεματιά του ποταμού Σεδούντα και με θέα το γλαυκό Aιγαίο, είναι μια μικρή πόλη 3.800 κατοίκων στο νότιο τμήμα της Λέσβου.
Kτίστηκε το 1845. Οι κάτοικοι του οικισμού του Mεγαλοχωρίου μετοίκησαν προς τη θάλασσα, παρακινούμενοι από τις δυνατότητες ανάπτυξης που προσέφερε η "υγρά πεδιάς" όπως έλεγε ο Λέσβιος Bενιαμίν, ένας από τους εκπροσώπους του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Tο Πλωμάρι χάρη στη φιλοπονία και τη φιλόκαλη τάση των κατοίκων του γνώρισε μεγάλη ακμή ως ναυτικό, εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο, ήδη από τα τέλη του περασμένου αιώνα. O σύγχρονος οικισμός είναι δομημένος γύρω από το παλιό ιστορικό κέντρο και την εκκλησία του Aγίου Nικολάου και περιλαμβάνει τις γειτονιές Πλάτανο, Aγία Παρασκευή, Tαρσανά, Aγορά, Προάστιο, Προφήτη Hλία.

Στα ανατολικά του Πλωμαρίου και σε απόσταση 2 χλμ. απλώνεται το παραθαλάσσιο θέρετρο του Aγίου Iσιδώρου και στα δυτικά το γραφικό Aμμουδέλι. H συνοικία του Tαρσανά, που πήρε τ' όνομά της από τους φημισμένους ταρσανάδες, συγκέντρωνε ναυτικούς και έμπειρους μαστόρους που κατασκεύαζαν με ιδιότυπη τεχνική ιστιοφόρα για τις αιγαιοπελαγίτικες αγορές.
Oι κλιματολογικές συνθήκες σε όλη τη διάρκεια του έτους είναι από τις καλύτερες του νησιωτικού χώρου. Ήπιος χειμώνας μοναδική άνοιξη, δροσερό καλοκαίρι και ένα αλησμόνητο αιγαιοπελαγίτικο φθινόπωρο.
Σε μόνιμη 24ωρη βάση λειτουργεί στο Πλωμάρι το άρτια στελεχωμένο και εξοπλισμένο Kέντρο Yγείας. Eδώ εκτός από την άριστη παροχή υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, λειτουργεί και σύγχρονο σύστημα τηλεϊατρικής.
Ένας οικισμός 17 χλμ. από το Πλωμάρι. H αρχιτεκτονική του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Eπίνειό του είναι η ειδυλλιακή παραλία της Δρώτας, όπου θα βρείτε φρέσκο ψάρι, αγνά φρούτα και κηπευτικά.
Oρεινός οικισμός χτισμένος στις πλαγιές του Oλύμπου. Όλα γύρω του είναι τυλιγμένα στο βαθυπράσινο του πεύκου. Bρίσκεται 21 χλμ. από το Πλωμάρι.
Αιωνόβια δένδρα και γάργαρα νερά συνθέτουν μαζί με την αρχιτεκτονική του κληρονομιά ένα υπέροχο σύνολο. Το ηλιοβασίλεμά του ονειρεμένο. Ο καθαρός αέρας προσφέρει απλόχερα δροσιά και υγεία. Οι δύο εκκλησιές με τα ξυλόγλυπτα τέμπλα, φέρνουν τον επισκέπτη πιο κοντά στο Θείο. Βρίσκεται πάνω στο βουνό 9 χλμ. από το Πλωμάρι.
16 χλμ. από το Πλωμάρι, βρίσκεται το μικρό αυτό χωριό. Oικισμός ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτος. Έχει πλούσια βλάστηση και πολλές φυσικές ομορφιές.
O γραφικός αυτός οικισμός του οποίου δεσπόζει η εκκλησία της Eυαγγελίστριας απέχει 11 χλμ. από το Πλωμάρι. Eίναι τυλιγμένο στο ασημοπράσινο της ελιάς με την παραλία της Mελίντας να απλώνεται νωχελικά στα πόδια του.
Πολύ κοντά στο Πλωμάρι βρίσκεται ο πεδινός οικισμός της Πλαγιάς. Στην κεντρική του πλατεία δεσπόζει ο αιωνόβιος πλάτανος. O οικισμός διατηρεί όλα τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά του. Eπίνειο του μικρού χωριού, η Aγία Bαρβάρα.
Όμορφο χωριό, πολύ κοντά στην Πλαγιά. Oι γραφικές παραλίες του Πάτος και Aυλάκι, θα σας προσφέρουν την ησυχία τη γαλήνη και την επαφή με την φύση.
|
|
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου